Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὡλιτήμερος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ὠλέναδε
ὠλένη
Ὠλενίη
Ὠλενίη πέτρη
ὠλένιος
Ὠλένιος
ὠλενίς
ὠλενίτης
ὠλενῖτις
Ὤλενος
ὠλενοστρόφος
ὤλεσα
ὠλεσίβωλος
ὠλεσίθυμος
ὠλεσίκαρπος
ὠλεσίοικος
ὠλεσίτεκνος
ὤλετο
ὠλεύθερε
ὡλεύθερος
ὠλήν
Ὠλήν
ὤλης
Ὠλίαρος
ὠλίγγη
ὠλιγγία
ὠλιγγιάω
ὠλίγγιον
ὦλιγξ
ὠλίσθησα
ὡλιτήμερος
ὦλκα
ὧλλοι
ὠλλόν
ὦλλος
ὧλλος
ὦλξ
ὤλξ
ὡλολυγά
ὤλοντο
ὦλος
Ὤλπις
ὠλυγία
ὠλύγιος
ὠλύγος
ὠμάδιος
ὠμαδίς
ὠμαδόν
ὠμαλγία
ὠμαλθές
ὠμαλθής
ὡμαλία
ὠμαμπέλινος
ὠμανθής
Ὤμαργος
ὠμαχθής
ὦμβροι
ὠμήλετον
ὠμήλυσις
ᾤμην
ὠμηστήρ
…
ὡλιτήμερος
Save
LSJ
ὡλῐτήμερος, ον, in
Hsch.
, Ion. crasis for
ὁ ἀλιτήμερος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}