Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ᾤμην
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠλίσθησα
ὡλιτήμερος
ὦλκα
ὧλλοι
ὠλλόν
ὦλλος
ὧλλος
ὦλξ
ὤλξ
ὡλολυγά
ὤλοντο
ὦλος
Ὤλπις
ὠλυγία
ὠλύγιος
ὠλύγος
ὠμάδιος
ὠμαδίς
ὠμαδόν
ὠμαλγία
ὠμαλθές
ὠμαλθής
ὡμαλία
ὠμαμπέλινος
ὠμανθής
Ὤμαργος
ὠμαχθής
ὦμβροι
ὠμήλετον
ὠμήλυσις
ᾤμην
ὠμηστήρ
ὠμηστής
ὠμία
ὠμιαία
ὠμιαῖος
ὠμίας
ὠμίασις
ὠμίδιος
ὠμίζομαι
ὠμίζω
ὡμίλευν
ὤμιλλα
ὤμιον
ὠμίον
Ὠμίσης
ὠμιστής
ὦμμαι
ὠμο
ὠμοβοέη
ὠμοβόειος
ὠμοβοεῖς
ὠμοβόεος
ὠμοβοεύς
ὠμοβόϊνος
ὠμοβόϊος
ὠμοβόλος
ὠμοβορεύς
ὠμοβορία
ὠμοβόρος
ὠμοβρώς
…
ᾤμην
Save
Grieks Nederlands
ᾤμην, ὠιόμην, ᾠόμην, ὠΐσθην
(ep.) imperf. en ep.
θη
-aor.
van
οἴομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}