ὤσχη
ὤσχη, [lexical cite]
ὤσχη, ἡ,
- = κληματίς, EM 825.2, cf. Procl. ap. Phot.p.322B., Suid.
ὤσχη, ης (ἡ) c. ὄσχη, Ath.
ὤσχη, ἡ, und ὦσχος, ὁ, = ὄσχος, ὄσχη ; Plut. Thes. 22 ; Ath. 495f ; VLL erkl. κλήματα ἔχοντα βότρυς.