Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠταρός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠστισμός
ὠστιῶ
ὥστοργος
ὠστός
ὤσφραντο
ὠσφρόμην
ὤσχη
ὠσχός
ὦσχος
ὠσχοφορέω
Ὠσχοφόρια
ὠσχοφόρια
ὠσχοφορία
ὠσχοφορικόν
ὠσχοφορικός
ὠσχοφόριον
ὠσχοφόροι
ὠσχοφόρος
ὤσω
ὦτα
ὠτάγρα
ὠτακίς
ὠτακουστέω
ὠτακουστής
ὠταλγέω
ὠταλγία
ὠταλγιάω
ὠταλγικός
ὠταρᾶς
ὠτάριον
ὠταρός
ὥτε
ὦτε
ὧτε
ᾧτε
ὠτεγχύτης
ὠτειλή
ὠτειλῆθεν
ὠτειλόομαι
ὠτειλόω
ὥτερος
ὠτιαφόρος
ὠτικός
ᾧτινι
ὠτίον
ὠτιοφόρος
ὠτίς
ὠτίτης
ὠτῖτις
ὠτογλυφίς
ὠτόγλυφον
ὠτοειδής
ὠτοειδῶς
ὠτόεις
ὠτοθλαδίας
ὠτοκαταξίας
ὠτοκάταξις
ὠτοκλαδίας
ὠτοκοπέω
ὠτοκωφέω
ὠτολαβίς
…
ὠταρός
Save
Pape
ὠταρός
,
großöhrig
, zw.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}