ῥέγμα
ῥέγμα, that which is dyed
ῥέγμα, ατος, τό, (ῥέζω (B))
- that which is dyed, Ibyc. 10 B; cf. ῥέγος.
ῥέγμα, ατος (τὸ) c. ῥέγος, Ibyc. 10 B (48) Bgk.
ῥέγμα, τό, das Gefärbte ; ποικίλα ῥέγματα, Ibyc. 48b. EM. 703.32 ; VLL erkl. βάμματα.