ῥέζω
ῥέζω, to do, act, deal; (Dor.) dye
- I do, act, deal, opp. εἰπεῖν, Od. 4.205, 22.314; opp. παθεῖν, v. infr.:—Constr.,
- 1 abs., ὧδε δὲ ῥέξαι Il. 2.802; οὐ κατὰ μοῖραν ἔρεξας Od. 9.352, etc.
- 2 more freq. trans. c. acc. rei, do, accomplish, make, ὅσʼ ἂν πεπνυμένος ἀνὴρ εἴποι καὶ ῥέξειε 4.205; μέρμερα ἔργα, ὅσσʼ ἄνδρες ῥέξαντες . . Il. 10.525, cf. Od. 22.314; τί ῥέξομεν; Il. 11.838; μέγα ῥέξας τι καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι 22.305, cf. 2.274; ὅ τι ποσσίν τε ῥέξῃ καὶ χερσίν Od. 8.148; so in Lyr. and Trag., ῥέζοντά τι καὶ παθεῖν ἔοικε Pi. N. 4.32; τί ῥέξω; A. Eu. 788, cf. Th. 104 (both lyr.); τί ῥέξας τύχοιμʼ ἂν . . ; Id. Ch. 316 (lyr.):—Pass., οὐδέ τι μῆχος ῥεχθέντος κακοῦ ἔστʼ ἄκος εὑρεῖν for the mischief if once done, Il. 9.250; ῥεχθὲν δέ τε νήπιος ἔγνω 17.32.
- 3 c. dupl. acc. pers. et rei, do something to one, κακὰ ῥέξαι τινά 3.354, Od. 2.73; ἀγαθὰ ῥ. τινά 22.209, cf. Il. 9.647; οὐδέν σε ῥέξω κακά 24.370, cf. 4.32, Od. 2.72: with Adv., κακῶς μιν ἔρ. wronged him, 23.56; so ἡ πόλις ἡμᾶς οὐ καλῶς ἔρρεξε Pl. Lg. 642c: but c. dat. pers., μηκέτι μοι κακὰ ῥέζετε do me (ethic dat.) no more mischiefs, Od. 20.314; ὅσα βροτοῖς ἔρεξας κακά E. Med. 1292 (lyr.).
- 4 with strengthd. signf., εἴ τι νόος ῥέξει if it shall avail aught, be of any service, Il. 14.62.
- II in special sense, perform sacrifices, ἱερὰ ῥ. Od. 1.61, 3.5; ῥ. ἑκατόμβας ἀθανάτοις offer a hecatomb to the gods, Il. 23.206, cf. Od. 5.102, Pi. P. 10.34; ῥ. θαλύσιά τινι Il. 9.535; θύματα Ζηνὶ τῆς ἁλώσεως S. Tr. 288: abs., do sacrifice, ῥ. θεῷ Il. 2.400, 8.250, etc.: sts. with the victim in acc., σοί . . ῥέξω βοῦν ἦνιν will sacrifice it, 10.292, cf. Od. 9.553, 10.523.
- dye, Phot., EM 703.27, cf. Epich. 107. (Cf. ῥέγος, ῥεγεύς, ῥεγιστής, and lengthd. ῥῆγος, ῥηγεύς, also ῥογεύς:—cogn. with Skt. rajyate ‘is coloured or red’.)
1. handelen, doen; abs.:
2. offeren; met acc.:
(ϝρέζω)
[ϝρεγ-, ϝρέγjω. Cf. ((ϝ)έρδω).]
Pa. iterative ῥέζεσκον Od. 22.209.
3 pl. ῥέζεσκον Il. 8.250 : Od. 22.46.
Fut. ῥέξω Il. 10.292, 294, Il. 24.370 : Od. 3.382, 384.
3 sing. ῥέξει Il. 14.62.
1 pl. ῥέξομεν Il. 7.353 : Od. 7.191.
Infin. ῥέξειν Il. 4.102, 120, Il. 20.186, Il. 23.146, 864, 873 : Od. 10.523, Od. 11.31, Od. 17.51, 60.
Aor. ἔρεξα Il. 9.453 : Od. 4.352, 582, Od. 18.139.
2 sing. ἔρεξας Il. 23.570 : Od. 9.352.
3 sing. ἔρρεξε Il. 9.536, Il. 10.49, Il. 22.380. ἔρεξε Il. 2.274, Il. 5.373, Il. 9.647, Il. 10.51, Il. 21.509 : Od. 2.72, Od. 4.242, 271, Od. 11.272, Od. 21.298. ῥέξε Il. 9.535.
1 pl. ἐρέξαμεν Od. 3.159.
3 pl. ἔρεξαν Od. 24.458.
2 sing. subj. ῥέξῃς Od. 4.478.
3 sing. ῥέξῃ Il. 2.195 : Od. 8.148.
1 pl. ῥέξομεν Il. 11.838 : Od. 12.344.
3 pl. ῥέξωσι Od. 16.381.
Opt. ῥέαιμι Il. 19.90.
3 sing. ῥέξειε Od. 4.205, 649.
Pple. ῥέξας, -αντος Il. 1.147, Il. 9.357, Il. 10.282, 525, Il. 11.727, Il. 15.586, Il. 18.455, Il. 22.305 : Od. 4.473, 690, Od. 9.553, Od. 11.130, Od. 17.567.
Infin. ῥέξαι Il. 1.444, Il. 2.802, Il. 3.354 : Od. 3.144, Od. 22.314, Od. 23.222.
Aor. pple. neut. pass. ῥεχθέν, -έντος Il. 9.250, Il. 17.32, Il. 20.198.
(ἐπιρρέζω, καταρρέζω).
- 1
To do, act : ὧδε ῥέξαι Il. 2.802. Cf. Il. 7.353, Il. 9.453 (did as she bade me), Il. 22.259, Il. 24.661 : Od. 9.352.
With acc. of person affected by the action : κακῶς οἵ πέρ μιν ἔρεζον Od. 23.56.
- 2
To do, perform, accomplish : τόδε μέγʼ ἄριστον Il. 2.274, ῥεχθέντος κακοῦ Il. 9.250. Cf. Il. 5.374, Il. 10.51, Il. 11.502, Il. 14.62, Il. 15.586, Il. 19.90, Il. 22.305, Il. 23.494, etc. : Od. 1.47, Od. 2.232, Od. 4.205, Od. 8.148 (wins), Od. 11.272, Od. 16.381, Od. 20.314, Od. 22.46, Od. 23.222, etc.
Absol. in aor. pple. neut. pass. : ῥεχθὲν δέ τε νήπιος ἔγνω
(i.e. is wise after the event) Il. 17.32=Il. 20.198.With double acc. of what is done and of the person affected : ξεινοδόκον κακὰ ῥέξαι Il. 3.354. Cf. Il. 2.195, Il. 4.32, Il. 5.373=Il. 21.509, Il. 9.647, Il. 10.49, Il. 24.370 : Od. 2.72, 73, Od. 4.690, Od. 18.15, Od. 22.209, 314.
- 3
To do or offer (sacrifice), sacrifice (a victim) : ἱερὰ ῥέξας Il. 1.147. Cf. Il. 1.444, Il. 4.102 = 120=Od. 23.864 = 873, Il. 9.357, 535, Il. 10.292, 294, Il. 11.727, Il. 23.146, 206 : Od. 1.61, Od. 3.159, 144, 382, Od. 9.553, Od. 10.523, etc.
Without expressed object, to do or offer sacrifice : ἄλλος ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν Il. 2.400. Cf. Il. 8.250, Il. 9.536 : Od. 12.344, Od. 14.251.
- 1
- a perform ὡραῖος ἐὼν καὶ καλὸς κάλλιστά τε ῥέξαις O. 9.94 κεῖνος αἰνεῖν καὶ τὸν ἐχθρὸν καλὰ ῥέζοντʼ ἔννεπεν P. 9.96 ἐπεὶ ῥέζοντά τι καὶ παθεῖν ἔοικεν N. 4.32
- b sacrifice κλειτὰς ὄνων ἑκατόμβας ἐπιτόσσαις θεῷ ῥέζοντας P. 10.34
- Ito do, act, deal, Od.:—absol., Hom.:—c. acc. rei, to do, accomplish, make, Hom., etc.: —Pass., μῆχος ῥεχθέντος κακοῦ a remedy for mischief once done, Il.
- 2c. dupl. acc. pers. et rei, to do something to one, κακὸν ῥέζειν τινά Hom.; ἀγαθὰ ῥ. τινά Hom.; also more rarely c. dat. pers., μηκέτι μοι κακὰ ῥέζετε do me no more mischiefs, Od.; ὅσα βροτοῖς ἔρεξας κακά Eur.
- 3with strengthd. signf., εἴ τι ῥέξει if it shall avail aught, be of any service, Il.
- IIin spec. sense, to perform sacrifices, Hom., Soph.; absol. to do sacrifice, Lat. operari, facere, ῥέζειν θεῶι Hom.:—sometimes with the victim in acc., ῥέξω βοῦν ἦνιν will sacrifice it, Soph.
-
…οἴῳ ἐυκνήμιδες ἑταῖροι μήλων δαιομένων δόσαν ἔξοχα · τὸν δʼ ἐπὶ θινὶ Ζηνὶ κελαινεφέι Κρονίδῃ, ὃς πᾶσιν ἀνάσσει, ῥέξας μηρίʼ ἔκαιον · ὁ δʼ οὐκ ἐμπάζετο ἱρῶν, ἀλλʼ ὅ γε μερμήριξεν ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες ἐύσσελμοι καὶ ἐμοὶ…
Homer, Odyssey
-
…ἄκοιτιν μητέρʼ ἐμήν · ἣ δʼ αἰὲν ἐμὲ λισσέσκετο γούνων παλλακίδι προμιγῆναι, ἵνʼ ἐχθήρειε γέροντα. τῇ πιθόμην καὶ ἔρεξα · πατὴρ δʼ ἐμὸς αὐτίκʼ ὀϊσθεὶς πολλὰ κατηρᾶτο, στυγερὰς δʼ ἐπεκέκλετʼ Ἐρινῦς, μή ποτε γούνασιν οἷσιν ἐφέσσεσθαι φίλον…
Homer, Iliad
-
…. ὣς ἐρέουσιν, ἐμοὶ δέ κʼ ὀνείδεα ταῦτα γένοιτο. καὶ δʼ ἄλλῃ νεμεσῶ, ἥ τις τοιαῦτά γε ῥέζοι, ἥ τʼ ἀέκητι φίλων πατρὸς καὶ μητρὸς ἐόντων, ἀνδράσι μίσγηται, πρίν γʼ ἀμφάδιον γάμον ἐλθεῖν. ξεῖνε…
Homer, Odyssey
-
…λίην γὰρ φύλλοισιν ἐοικότες ἢ ψαμάθοισιν ἔρχονται πεδίοιο μαχησόμενοι προτὶ ἄστυ. Ἕκτορ σοὶ δὲ μάλιστʼ ἐπιτέλλομαι, ὧδε δὲ ῥέξαι · πολλοὶ γὰρ κατὰ ἄστυ μέγα Πριάμου ἐπίκουροι, ἄλλη δʼ ἄλλων γλῶσσα πολυσπερέων ἀνθρώπων · τοῖσιν ἕκαστος ἀνὴρ σημαινέτω…
Homer, Iliad
-
…ἄνασσʼ ἵληθι, δίδωθι δέ μοι κλέος ἐσθλόν, αὐτῷ καὶ παίδεσσι καὶ αἰδοίῃ παρακοίτι · σοὶ δʼ αὖ ἐγὼ ῥέξω βοῦν ἦνιν εὐρυμέτωπον ἀδμήτην, ἣν οὔ πω ὕπὸ ζυγὸν ἤγαγεν ἀνήρ · τήν τοι ἐγὼ ῥέξω χρυσὸν κέρασιν περιχεύας…
Homer, Odyssey
-
…ἀνώγει πάντας Ἀχαιοὺς νόστου μιμνήσκεσθαι ἐπʼ εὐρέα νῶτα θαλάσσης, οὐδʼ Ἀγαμέμνονι πάμπαν ἑήνδανε · βούλετο γάρ ῥα λαὸν ἐρυκακέειν ῥέξαι θʼ ἱερὰς ἑκατόμβας, ὡς τὸν Ἀθηναίης δεινὸν χόλον ἐξακέσαιτο, νήπιος, οὐδὲ τὸ ᾔδη, ὃ οὐ πείσεσθαι…
Homer, Odyssey
-
…δʼ αὖ ἐγὼ ῥέξω βοῦν ἦνιν εὐρυμέτωπον ἀδμήτην, ἣν οὔ πω ὕπὸ ζυγὸν ἤγαγεν ἀνήρ · τήν τοι ἐγὼ ῥέξω χρυσὸν κέρασιν περιχεύας. ὣς ἔφατʼ εὐχόμενος, τοῦ δʼ ἔκλυε Παλλὰς Ἀθήνη. τοῖσιν δʼ ἡγεμόνευε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ…
Homer, Odyssey
-
…ἐν δʼ ἄνδρες ἔσαν πολέες τε καὶ ἐσθλοί, Κρῆτες ἀπὸ Κνωσοῦ Μινωίου, οἵ ῥά τʼ ἄνακτι ἱερά τε ῥέζουσι καὶ ἀγγέλλουσι θέμιστας Φοίβου Ἀπόλλωνος χρυσαόρου, ὅττι κεν εἴπῃ χρείων ἐκ δάφνης γυάλων ὕπο Παρνησοῖο. οἳ μὲν ἐπὶ…
NA, Homeric Hymns
-
…, τὴν ἔχεν Ἀμφιτρύωνος υἱὸς μένος αἰὲν ἀτειρής. μητέρα τʼ Οἰδιπόδαο ἴδον, καλὴν Ἐπικάστην, ἣ μέγα ἔργον ἔρεξεν ἀιδρείῃσι νόοιο γημαμένη ᾧ υἷι · ὁ δʼ ὃν πατέρʼ ἐξεναρίξας γῆμεν · ἄφαρ δʼ ἀνάπυστα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισιν .…
Homer, Odyssey
-
…ἀναστὰς οὕνεκά οἱ φόνον αἰπὺν ἐράπτομεν οὐδʼ ἐκίχημεν · οἱ δʼ οὐκ αἰνήσουσιν ἀκούοντες κακὰ ἔργα · μή τι κακὸν ῥέξωσι καὶ ἡμέας ἐξελάσωσι γαίης ἡμετέρης, ἄλλων δʼ ἀφικώμεθα δῆμον · ἀλλὰ φθέωμεν ἑλόντες ἐπʼ ἀγροῦ νόσφι πόληος ἢ ἐν…
Homer, Odyssey