ῥέγχος Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥέγχος, ῥέγχω, ῥεγχώδης, v. ῥέγκος, ῥέγκω, ῥεγκώδης. ῥέγχος, εος-ους (τὸ) c. ῥέγκος, Hpc. 1215f. ῥέγχος, τό, = ῥέγκος, Hippocr.