ῥαγή
ῥαγή, fissure, break
ῥᾰγή, ἡ,
- = ῥαγάς, ῥῆγμα, Hp. Nat.Puer. 12, al.; cf. ῥάγα.
ῥαγή, ῆς (ἡ) [ᾰ] c. ῥαγάς, Hpc. 235, 41 ; 236, 4, etc.
ῥαγή, ἡ, = ῥαγάς, ῥῆγμα, Hipp. u. sp. Medic.