ῥιγαλέος
ῥιγαλέος, cold, chilling
ῥῑγ-ᾰλέος, α, ον, (ῥῖγος)
- cold, chilling, ὄμβρος Emp. 21.5.
ῥιγαλέος, α, ον [ῑᾰ] glacial, Empéd. 124 Mullach.
Étym. ῥῖγος.
ῥιγαλέος, [ῑ], schaurig, kalt ; ὄμβρος, Empedocl. 72 ; Arist. gener. 1.1.