ῥιγεσίβιος
ῥιγεσίβιος, living in the cold
ῥῑγ-εσίβῐος [σῐ], ον,
- living in the cold, Poll. 4.186, Phryn. PS p.106 B.
ῥιγεσίβιος, [ρῑ], nach Phryn. bei B.A. 61 ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ γυμνῶν, προσποιουμένων δὲ ἀσκεῖν τὸ σῶμα, der eine harte Lebensart führt. S. ῥιγωσίβιος.