ῥικνήεις
ῥικν-ήεις, εσσα, εν, poet. for ῥικνός, Nic. Th. 137.
ῥικνήεις, ήεσσα, ῆεν, c. ῥικνός, Nic. Th. 137.
ῥικνήεις, εσσα, εν, poet. = ῥικνός, runzlig, zusammengeschrumpft, γῆρας Nic. Th. 137, u. a. sp.D., wie Christod. ecphr. 340.