ῥυσίπτολις
ῥῡσί-πτολις, poet. for ῥυσίπολις, Epigr.Gr. (add.) 888a (Ephesus).
ῥυσίπτολις, [ῡ], poet. = ῥυσίπολις.
ῥυσίπτολις
[ῥυσι-, ἐρύω2 + πτόλις.]
That guards the city : Ἀθηναίη ῥυσίπτολι Il. 6.305 (u. l. ἐρῦσίπτολι).
ῥυσίπτολις : see ἐρυσίπτολις.