ῥυσαλέος
ῥυσαλέος, wrinkled
ῥῡσ-ᾰλέος, η, ον,
- wrinkled, ὀπώρη Nic. Al. 181.
ῥυσαλέος, α, ον [ῡᾰ] ridé, Nic. Al. 180.
Étym. ῥυσός.
ῥυσαλέος, [ῡ], runzlig, Nic. Al. 180, auch ῥυσσαλέος geschrieben.