Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κάνος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κανναβίσκα
κανναβόκοκκος
κάνναβος
κάνναθρον
Κάνναι
καννεύσας
κάννης
καννητοποιός
Καννίκιος
καννόμον
καννοχερσαία
Κάννωκος
Κάννωνος
καννωτός
κανονίας
κανονίζω
κανονίης
κανονικάριος
κανονικός
κανονικῶς
κανόνιον
κανονίς
κανόνισμα
κανονισμός
κανονιστέον
κανονιστής
κανονιστικός
κανονογραφία
κανονοποιΐα
κανονωτός
Κάνος
Κανουληΐα
Κανουλία
κανοῦν
Κανούτιος
Κανταβρία
Κάνταβρις
Κάνταβροι
Καντακουζηνοί
Καντίβαρις
Κάντιον
κάντορες
κανυσῖνος
Κανύσιον
κάνυστρον
Κανωβεύς
Κανωβικός
Κανωβίς
κανωβισμός
Κανωβίτης
Κάνωβος
κανών
Κανωπικόν
κανωπικόν
κάνωπον
Κάνωπος
κανωτός
κἀξ
κἄξ
κάος
κάπ
…
Κάνος
Save
Bailly 2024
Κάνος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Canus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Galb.
16
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}