κάνναβος
κάνναβ-ος, ἡ,
- = κάνναβις, Poll. 10.176.
- II v. κάναβος.
1 κάνναβος, ου (ὁ) [νᾰ] c. le préc. Stratt. (Com. fr. 2, 769, 3).
2 κάνναβος, v. κάναβος.
κάνναβος, ἡ, = κάνναβις, Poll. 10.176 neben κάνναβις. S. auch κάναβος.
κάνναβος, ἡ,
= κάναβος.