κανονιστικός
κανονιστικός, regulative
κᾰνον-ιστικός, ή, όν,
- regulative, οἱ κανόνες τῶν ὑγιῶν, οὐ τῶν πεπονθότων εἰσὶ -κοί Choerob. in Heph. p.226 C.