κανονιστέον
κανονιστέον, one must regulate
κᾰνον-ιστέον,
- one must regulate, κἂν ἡδονῇ κ. ᾖ τὰ ἀρεστά Muson. Fr. 24 p.119 H., cf. Luc. Hist.Conscr. 9.
κανονιστέον [ᾰ] vb. de κανονίζω, Luc. H. conscr. 9.