Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μαρίνα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάρη
μαρήγει
μαρήγω
Μάρης
Μάρθα
Μαρία
Μαριάμ
Μαριάμα
Μαριάμμη
Μαριανδυνία
Μαριανδυνίζω
Μαριανδυνός
Μαριανός
Μαριάντας
μαριεύς
Μαριεύς
Μαρίη
μαριθάν
μαριθεύς
μαρικᾶς
Μαρικᾶς
Μαρίκας ἄλσος
Μαριλάδης
μαριλευτής
μαριλεύω
μαρίλη
μαρίλιον
μαριλοκαύτης
μαριλοπότης
μαρίν
Μαρίνα
μαρῖνος
Μαρῖνος
Μάριος
μάρις
Μάρις
Μάρισα
μαρίσκος
Μάρισος
μαρίω
μάρκα
μάρκας
Μάρκελλα
Μαρκελλῖνος
Μάρκελλος
Μαρκία
Μαρκιάνη
Μαρκιανός
μαρκίατον μύρον
Μάρκιον ὄρος
Μάρκιος
Μαρκίων
Μαρκομάνοι
Μάρκος
μαρμαίρω
μάρμαρ
μαρμαράριος
μαρμάρειος
μαρμάρεος
μαρμαρεργατέω
μαρμαρίζω
…
Μαρίνα
Save
Bailly 2024
Μαρίνα,
ης
(
ἡ
)
=
lat.
Marina
,
n. de f. rom.
Anth.
9, 528
.
Étym.
cf.
Μαρῖνος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}