Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μαριάμ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μαργιανός
Μαργιτεία
Μαργίτης
Μαργιτομανής
μαργιτομανής
μαργόομαι
μάργος
Μάργος
μαργοσύνη
μαργότης
μαργόω
Μαρδίων
Μάρδοι
Μαρδόνιοι
Μαρδόνιος
Μαρδόντης
μάρδος
Μάρδος
Μάρδων
Μαρέη
Μάρεια
μαρεινή
Μᾶρες
Μαρεῶτις
μάρη
μαρήγει
μαρήγω
Μάρης
Μάρθα
Μαρία
Μαριάμ
Μαριάμα
Μαριάμμη
Μαριανδυνία
Μαριανδυνίζω
Μαριανδυνός
Μαριανός
Μαριάντας
μαριεύς
Μαριεύς
Μαρίη
μαριθάν
μαριθεύς
μαρικᾶς
Μαρικᾶς
Μαρίκας ἄλσος
Μαριλάδης
μαριλευτής
μαριλεύω
μαρίλη
μαρίλιον
μαριλοκαύτης
μαριλοπότης
μαρίν
Μαρίνα
μαρῖνος
Μαρῖνος
Μάριος
μάρις
Μάρις
Μάρισα
…
Μαριάμ
Save
Bailly 2024
Μαριάμ
(
ἡ
)
indécl.
c.
Μαρία,
NT.
Matth.
1, 20,
etc. ;
Anth.
8, 28
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}