Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δείρα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δειπνητός
Δειπνιάς
δειπνίδιον
Δειπνιεύς
δειπνίζω
δειπνίον
δειπνιστήριον
δειπνιστός
δειπνῖτις
δειπνοθήρας
δειπνοκλητόριον
δειπνοκλήτωρ
δειπνοκρίτης
δειπνολογία
δειπνολόγος
δειπνολόχος
δειπνομανής
δεῖπνον
δειπνοπίθηκος
δειπνοποιέω
δειπνοποιΐα
δειπνοποιία
δειπνοποιός
δεῖπνος
δειπνοσοφιστής
δειπνοσοφιστικός
δειπνοσύνη
δειπνοφορία
δειπνοφοριακός
δειπνοφόρος
δείρα
δειρά
δειραγχής
Δειράδες
Δειράδης
δειράδιον
Δειραδιῶται
Δειραδιώτης
δειράζειν
δειραῖος
δείραντας
δειράρ
δειράς
δείρας
Δειράς
δειραχθές
δειραχθής
δειρεῖοι
δειρή
Δειρή
δείρης
δειρητής
δειρήτης
δειριᾶν
δειροκύπελλον
δειρόπαις
δειροπέδη
δεῖρος
δειροτομέω
δειροτόμος
δείρω
…
δείρα
Save
LSJ
δείρα·
δείμοιρα
(leg.
διμοιρία,
cf.
δεισιάδα
)
, τράχηλος, διαίρεσις,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}