διέκ
διέκ, through and out of
- out through, δ. προθύρου, μεγάροιο, Il. 15.124, Od. 10.388, etc.; cf. παρέκ.
prep. hacia afuera atravesando c. verb. de mov. y gen.
προθύρου
μεγάροιο
μεγάρων
σωλῆνος
θυρέων
θαλάμοιο
πεδίων
ὕλης
ῥινῶν τε καὶ αὐχένος
• tb. c. ac.
Πελοπόννησον
διὲκ πέτρας ἐλάσειαν
νῆα διὲκ πέλαγος σεῦεν μέσον
[διά strengthened by ἐκ.]
Right through; or simply, through.
With genit.: προθύρου Il. 15.124. Cf. Od. 10.388, Od. 17.61, 460, Od. 18.101, 185 = Od. 19.503 = Od. 22.433, Od. 18.386, Od. 19.47 = Od. 20.144, Od. 21.299.
- prep. through and out of, c. gen., Hom.