κέχλαδα
κέχλαδα, swell
κέχλᾱδα (defect. pf.: κέχλαδεν; κε˘χλαδώς, irreg. κεχλάδοντας.)
- 1swell
- a of sound, ring out = ψοφεῖν Hesych. καλλίνικος ὁ τριπλόος κεχλαδώς O. 9.2 ἐν δὲ κέχλαδ[εν] κρόταλʼ αἰθομένα τε δαὶς ὑπὸ ξανθαῖσι πεύκαις (schema Pindaricum with zeugma: [εν] supp. Schr.: [ον] G-H) Δ. 2. 10.
- b blossom met. διδύμους υἱοὺς κεχλάδοντας ἥβᾳ (πληθύοντας Σ: in the full bloom of youth) P. 4.179