κεχαλασμένως
κεχαλασμένως, slackly
κεχᾰλασμένως, Adv., (χαλάω)
- slackly, Gal. 14.793.
κεχαλασμένως [χᾰ] adv. avec relâchement, Gal. 2, 398.
Étym. χαλάω.
κεχαλασμένως, schlaff, locker, Galen.
κεχαλασμένως, slackly