κεχυμένως
κεχυμένως, profusely
κεχῠμένως, Adv., (χέω)
- profusely, πρὸς τὰς δόσεις κέχρηται τῷ βαλλαντίῳ Alciphr. 3.65.
κεχυμένως [ῠ] adv. avec profusion, Alciphr. 3, 65.
Étym. χέω.
κεχυμένως, verschwenderisch, Alciphr. 3.65 χρῆσθαι τῷ βαλαντίῳ.