κεφαλώδης
κεφαλώδης, like a head
κεφᾰλ-ώδης, ες,
- = κεφαλοειδής, like a head, Thphr. HP 8.8.5, 9.8.4.
κεφαλώδης, ης, ες [ᾰ] qui ressemble à une tête, Th. H.P. 9, 8, 4.
Étym. κεφαλή, -ωδης.
κεφαλώδης, ες, = κεφαλοειδής, ῥίζα Theophr.