κεχρημένος
κεχρημένος, needy
κεχρημένος,
- needy, v. χράομαι Ι.(= print ed. χράω (B) C I). κεχρημένως (print ed. Supp.) v. χράομαι Ι.2
κεχρημένος
pf. pple. mid. χράω1.
κεχρημένος : see χράομαι.