κιχάνω
κιχάνω, to reach, hit
Could not find κίχῃσι in Logeion dictionaries.
κίχῃσι Verb: aorist active subjunctive 3rd singular of κιχάνω
- poet. Verb (perh. used in the laws of Solon), reach, hit, or light upon, meet with, μή σε . . παρὰ νηυσὶ κιχείω Il. 1.26, cf. Od. 13.228; Ἄδμητον ἐν δόμοισιν ἆρα κ.; E. Alc. 477; reach, overtake, ὅν κε . . ποσσὶ κιχείω Il. 6.228; κιχήσεσθαι δέ σʼ ὀΐω ib. 341, cf. 21.605, Pi. P. 2.50, B. 5.148, etc.; τὰ φεύγοντα Id. 1.67; ἵππους δʼ Ἀτρεΐδαο κιχάνετε Il. 23.407; σὲ δουρὶ κιχήσομαι shall reach thee, 10.370; εἰς ὅ κεν ἄστυ κιχείομεν till we reach it, 21.128; ἧός κε τέλος πολέμοιο κιχείω arrive at it, 3.291: sts. of things, βέλος ὠκὺ κιχήμενον the dart that had just reached him, 5.187; φθῆ σε τέλος θανάτοιο κιχήμενον 11.451.
- 2 rarely c. gen., like τυγχάνω, S. OC 1487.
1. bereiken, achterhalen:
2. ontmoeten, aantreffen:
erreichen, antreffen, finden ; μή σε, γέρον, κοίλῃσιν ἐγὼ παρὰ νηυσὶ κιχείω Il. 1.26, öfter ; im Lauf einholen, Ἀκάμαντα κιχεὶς ποσὶ καρπαλίμοισι Il. 16.342, κιχάνετε μηδὲ λίπησθον 23.407 ; δουρί 10.370 ; auch βέλος κιχήμενον, 5.187 ; κιχάνει δίψα τε καὶ λιμός 19.165 ; νῦν αὖτέ με μοῖρα κιχάνει 22.203, wie φθῆ σε τέλος θανάτοιο κιχήμενον 11.451 ; ἄστυ, die Stadt einnehmen, 21.128 ; Pind. nur im aor.2, ἀετόν P. 2.50 ; κιχήσατο Archil. frg. 41 ; κιχάνει δέ μιν Ἑρμῆς Aesch. Ch. 613 ; μέχρις μυχοὺς κίχωσι τοῦ κάτω θεοῦ Soph. Aj. 568, der auch den gen. damit vbdt, ἆρʼ ἔτʼ ἐμψύχου κιχήσεταί μου ; O.C. 1484 ; λιμένα ἔκιχεν Eur. Bacch. 901 ; μὴ μίασμά μʼ ἐν δόμοις κίχῃ Alc. 22 ; sp.D., εὕδοντας ἐκίχησε φυλακτῆρας Opp. Hal. 5.116, Nonn.
[Bei Hom. ist α lang, bei den Att. kurz, die aber ι im praes. lang brauchen, z.B. Soph. O.C. 1451, Aesch. Ch. 613, Eur. Alc. 480 ; weshalb κιγχάνω zu schreiben scheint, vgl. Eust. zu Od. 5.84 u. Phot.]
Non-thematic pres. subj. κιχείω Il. 1.26, Il. 3.291, Il. 6.228, Il. 11.367, Il. 18.114, Il. 20.454.
1 pl. κιχείομεν Il. 21.128.
3 sing. opt. κιχείη Il. 2.188, Il. 9.416 : Od. 17.476.
Pple. κιχείς Il. 16.342.
Infin. κιχήμεναι Il. 15.274. κιχῆναι Od. 16.357.
3 dual impf. κιχήτην Il. 10.376.
1 pl. ἐκίχημεν Od. 16.379.
2 sing. thematic impf. (fr. κιχέω) ἐκίχηεις Od. 24.284.
3 sing. aor. ἔκιχε Od. 3.169. κίχε Il. 24.160.
3 pl. κίχον Il. 18.153.
3 sing. subj. κίχῃσι Od. 12.122.
Pple. κιχών Od. 15.157.
Mid. Nom. sing. neut. non-thematic pres. pple. κιχήμενον Il. 11.451.
Acc. κιχήμενον Il. 5.187.
Fut. κιχήσομαι Il. 2.258, Il. 10.370 : Od. 14.139.
2 sing. κιχήσεαι Od. 4.546, Od. 7.53.
3 sing. κιχήσεται Il. 18.268.
1 pl. κιχησόμεθα Il. 10.126.
Infin. κιχήσεσθαι Il. 6.341, Il. 21.605 : Od. 9.477.
3 sing. aor. κιχήσατο Il. 4.385, Il. 6.498, Il. 10.494, Il. 21.263, Il. 22.226 : Od. 6.51, Od. 19.400.
- 1
To come to, reach, find oneself at, a specified place : εἰς ὅ κεν ἄστυ κιχείομεν Il. 21.128.
- 2
To come up to, present oneself to (a person).
In mid. : κιχήσαθʼ Ἕκτορα Il. 22.226.
- 3
To come up to, reach, get within reach of (a person, etc.) : ὅν κε κιχείω Il. 6.228, Il. 11.367 = Il. 20.454. Cf. Il. 10.376, Il. 15.274, Il. 16.342, Il. 18.114, 153.
To reach (a person with a weapon).
In mid. : δουρί σε κιχήσομαι Il. 10.370.
To reach, stretch as far as to (a person) : μή σε κίχῃσι τόσσῃσιν κεφαλῇσιν Od. 12.122.
To come to or reach (a person) in the course of making a round or of going over a number : ὅν τινα βασιλῆα κιχείη Il. 2.188.
In mid. Il. 10.494.
- 4
To make up upon, overtake, catch up : θέων ἐκίχανεν ἑταίρους Il. 17.189. Cf. Il. 23.407, 524: Od. 3.169, Od. 16.357.
In mid. Il. 6.341, Il. 21.263, 605.
Absol., to succeed in one’s design : φόνον οἱ ἐράπτομεν οὐδʼ ἐκίχημεν Od. 16.379.
- 5
To come or light upon, fall in with, find (a person) : ἔνθα σφέας ἐκίχανε μελανθεύς Od. 17.212.
In mid. : οὐκ ἔτʼ ἄλλον ἤπιον ὧδε ἄνακτα κιχήσομαι Od. 14.139. Cf. Od. 7.53.
To come upon or find (a person) in a specified place or condition : μή δε παρὰ νηυσὶ κιχείω Il. 1.26, εὕδοντα Il. 2.18. Cf. Il. 3.383, Il. 10.150 : εἴ μιν ζωὸν ἐκίχεις (had found him . . .) Od. 24.284. Cf. Od. 10.60, Od. 15.157, 257.
In mid. Il. 2.258, Il. 4.385, Il. 6.498, Il. 10.126, Il. 18.268 : Od. 4.546, Od. 6.51.
- 6
To come upon, find (a state of things) : κίχεν ἐνοπήν τε γόον τε Il. 24.160.
In mid. Od. 19.400.
- 7
To attain (an end) : ἧός κε τέλος πολέμοιο κιχείω Il. 3.291.
- 8
Of a missile, to reach its mark : ὃς τούτου
(from him) βέλος κιχήμενον ἔτραπεν ἄλλῃ (on the point of striking) Il. 5.187. - 9
Of something immaterial, to come upon, seize : οὐδέ κέ μʼ ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη Il. 9.416. Cf. Od. 17.476.
In mid. : ἔμελλέ σε κιχήσεσθαι κακὰ ἔργα
(i. e. retribution for them) Od. 9.477. Cf. Il. 11.451. - 10
To be in the condition of having reached (something), find oneself in a specified position.
In mid. : κιχανόμενοι τὰ σὰ γοῦνα
(i.e. in spupplication) Od. 9.266. - 11
To be in the condition of having overtaken (a person) : ὅτʼ ἐκίχανε [κύπριν] πολὺν καθʼ ὅμιλον ὀπάζων (had made up on her) Il. 5.334. Cf. Od. 8.329.
- 12
To be in the condition of having come upon or fallen in with (a person) : ἐπεί σε πρῶτα κιχάνω τῷδʼ ἐνὶ χώρῳ Od. 13.228.
- 13
To be in the condition of having come upon or found (a person) in a specified condition : ἐπεί σε θύοντα κιχάνω Od. 15.260.
In mid. Il. 19.289.
- 14
Of bodily states, to have come upon, affect : κιχάνει [μιν] δίψα τε καὶ λιμός Il. 19.165.
Of death, fate, bane Il. 17.478 = 672 = Il. 22.436, Il. 22.303.
In mid. Il. 11.441.
- 1
- 1overtake, come upon θεός, ὃ καὶ πτερόεντʼ αἰετὸν κίχε P. 2.50 βάματι δʼ ἐν πρώτῳ κιχὼν παῖδʼ ἐκ νεκροῦ ἅρπασε P. 3.43 κίχε νιν λέοντί ποτʼ εὐρυφαρέτρας ὀβρίμῳ μούναν παλαίοισαν ἄτερ ἐγχέων ἑκάεργος Ἀπόλλων P. 9.26 καί μιν οὔπω τεθναότʼ, ἄσθματι δὲ φρίσσοντα πνοὰς ἔκιχεν N. 10.74
- 1to reach, hit, or light upon, meet with, find, Hom.:— to overtake, Il.: to reach, arrive at, Il.; σε δουρὶ κιχήσομαι shall reach thee, Il.; τέλος θανάτοιο κιχήμενον death that is sure to reach one, inevitable, Il.
- 2rarely c. gen., like τυγχάνω, Soph.
-
…ἐχέμεν δμῆσίν τε μένος τε, εἰ μὴ Πάτροκλος θεόφιν μήστωρ ἀτάλαντος ζωὸς ἐών ; νῦν αὖ θάνατος καὶ μοῖρα κιχάνει. ἀλλὰ σὺ μὲν μάστιγα καὶ ἡνία σιγαλόεντα δέξαι, ἐγὼ δʼ ἵππων ἀποβήσομαι, ὄφρα μάχωμαι. ὣς ἔφατʼ…
Homer, Iliad
-
…φῶτʼ ἀπώλεσεν φίλον Κρητικοῖς χρυσοκμήτοισιν ὅρμοις πιθήσασα δώροισι Μίνω, Νῖσον ἀθανάτας τριχὸς νοσφίσασʼ ἀπροβούλως πνέονθʼ ἁ κυνόφρων ὕπνῳ. κιγχάνει δέ μιν Ἑρμῆς. ἐπεὶ δʼ ἐπεμνασάμαν ἀμειλίχων πόνων, ὁ καιρὸς δὲ δυσφιλὲς γαμή λευμʼ ἀπεύχετον δόμοις γυναικοβούλους τε…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…, φίλοισι δὲ κήδεʼ ὀπίσσω πᾶσιν, ἐμοὶ δὲ μάλιστα, τετεύχαται · οὐ γὰρ ἔτʼ ἄλλον ἤπιον ὧδε ἄνακτα κιχήσομαι, ὁππόσʼ ἐπέλθω, οὐδʼ εἴ κεν πατρὸς καὶ μητέρος αὖτις ἵκωμαι οἶκον, ὅθι πρῶτον γενόμην καί μʼ ἔτρεφον…
Homer, Odyssey
-
…σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεί · σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων. ὅν τινα μὲν βασιλῆα καὶ ἔξοχον ἄνδρα κιχείη τὸν δʼ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρητύσασκε παραστάς · δαιμόνιʼ οὔ σε ἔοικε κακὸν ὣς δειδίσσεσθαι, ἀλλʼ αὐτός τε κάθησο καὶ…
Homer, Iliad
-
…ὅ γʼ ἄνευθε θεοῦ τάδε μαίνεται, ἀλλά τις ἄγχι ἕστηκʼ ἀθανάτων νεφέλῃ εἰλυμένος ὤμους, ὃς τούτου βέλος ὠκὺ κιχήμενον ἔτραπεν ἄλλῃ. ἤδη γάρ οἱ ἐφῆκα βέλος, καί μιν βάλον ὦμον δεξιὸν ἀντικρὺ διὰ θώρηκος γυάλοιο · καί…
Homer, Iliad
-
…φίλτερον ἦεν Ζηνί τε καὶ Διὸς υἷι ἑκηβόλῳ, οἵ με πάρος γε πρόφρονες εἰρύατο · νῦν αὖτέ με μοῖρα κιχάνει. μὴ μὰν ἀσπουδί γε καὶ ἀκλειῶς ἀπολοίμην, ἀλλὰ μέγα ῥέξας τι καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι. ὣς ἄρα φωνήσας…
Homer, Iliad
-
…θεοῖσι τέχνας εἰσορόωσι πολύφρονος Ἡφαίστοιο. ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον · οὐκ ἀρετᾷ κακὰ ἔργα · κιχάνει τοι βραδὺς ὠκύν, ὡς καὶ νῦν Ἥφαιστος ἐὼν βραδὺς εἷλεν Ἄρηα ὠκύτατόν περ ἐόντα θεῶν οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν ,…
Homer, Odyssey
-
…ὕστερον ἀντιβολήσας, εἴ πού τις καὶ ἔμοιγε θεῶν ἐπιτάρροθός ἐστι. νῦν αὖ τοὺς ἄλλους ἐπιείσομαι, ὅν κε κιχείω. ἦ, καὶ Παιονίδην δουρὶ κλυτὸν ἐξενάριζεν. αὐτὰρ Ἀλέξανδρος Ἑλένης πόσις ἠϋκόμοιο Τυδεΐδῃ ἔπι τόξα τιταίνετο ποιμένι λαῶν…
Homer, Iliad
-
…ὅπως καλλίτριχες ἵπποι ῥεῖα διέλθοιεν μηδὲ τρομεοίατο θυμῷ νεκροῖς ἀμβαίνοντες · ἀήθεσσον γὰρ ἔτʼ αὐτῶν. ἀλλʼ ὅτε δὴ βασιλῆα κιχήσατο Τυδέος υἱός, τὸν τρισκαιδέκατον μελιηδέα θυμὸν ἀπηύρα ἀσθμαίνοντα · κακὸν γὰρ ὄναρ κεφαλῆφιν ἐπέστη τὴν νύκτʼ Οἰνεΐδαο πάϊς διὰ…
Homer, Iliad
-
…τὸ δέ τʼ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα · ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα κιχήσατο κῦμα ῥόοιο καὶ λαιψηρὸν ἐόντα · θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν. ὁσσάκι δʼ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς στῆναι ἐναντίβιον…
Homer, Iliad