μοῖρα
μοῖρα, μοῖρα, μοίρᾱς, ἡ, fate
- part, opp. whole, τριτάτη μ. [νυκτός] Il. 10.253; [ἐσθλῶν] τριτάτην . . μ. Od. 4.97; μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μ. Il. 15.195.
- 2 portion of land, of a country, etc., χώρης ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες 16.68; μ. πατρῴας γῆς διαιρετόν S. Tr. 163; ἡ Περσέων μ. Hdt. 1.75; [ἐς] δυώδεκα μοίρας δασάμενοι Αἴγυπτον Id. 2.147; Πελοποννήσου τῶν πέντε τὰς δύο μοίρας Th. 1.10.
- 3 division of a people, Hdt. 1.146; of an army, Hdn. 6.6.3; in codd. of X., freq.f.l. for μόρα.
- 4 political party, τὸν δῆμον πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μ. προσεθήκατο Hdt. 5.69; τριῶν δὲ μ. ἡ ʼν μέσῳ σῴζει πόλεις E. Supp. 244.
- 5 degree, in the astron. and geog. sense, Hipparch. 1.7.11, Gem. 1.6, Cleom. 2.5, etc.: division of the zodiac, Arat. 716, cf. 560 (pl.), Procl. Hyp. 3.52.
- II lot, portion or share which falls to one, esp. in the distribution of booty, ἴση μ. Il. 9.318; μ. καὶ γέρας ἐσθλὸν ἔχων Od. 11.534; of a meal, μοίρας ἔνεμον 8.470, cf. 14.448, etc.; μ. ἔχειν γαίης Hes. Th. 413; σπλάγχνων μ. Ar. Pax 1105 (hex.); τὴν τοῦ πατρὸς μοῖραν λαγχάνειν oneʼs inheritance, patrimony, Lex ap. D. 43.51, cf. AP 11.382.22 (Agath.).
- 2 generally, part, lot, οὐδʼ αἰδοῦς μ. ἔχουσιν have no part in shame, Od. 20.171; εὐθυμίης μείζω μ. μεθέξει Democr. 258, cf. 263; ἐν παντὶ παντὸς μ. ἔνεστι Anaxag. 11, cf. 6; μ. ἔχειν ἀχέων A. Th. 945 (lyr.); μ. Ἀφροδίτας Id. Supp. 1041 (lyr.); ἔχουσι μ. οὐκ εὐπέμπελον an office, Id. Eu. 476; τέσσαρας μ. ἔχον ἐμοί filling the place of four relations to me, Id. Ch. 238; μ. ἡδονῆς πορεῖν Id. Pr. 631; κατὰ τὴν ἰδίαν ἑκάστου μ., pro virili parte [to the utmost of one’s ability], Lycurg. 64; οὐκ ἐλαχίστην συμβάλλεσθαι μ. πρός τι Plu. Lib.educ. 2.9f, cf. Arist. Ath. 19.4.
- III oneʼs portion in life, lot, destiny, ἐπὶ γάρ τοι ἑκάστῳ μοῖραν ἔθηκαν ἀθάνατοι Od. 19.592, etc.; μ. βροτῶν A. Eu. 105; mostly of ill fortune, but also of good, e. g. opp. ἀμμορίη, Od. 20.76; ἡ πεπρωμένη μ. Hdt. 1.91; ἐξιστορῆσαι μ. A. Th. 506, cf. Ag. 1314, etc.; μ. (sc. ἐστι) c. inf., ʼtis oneʼs fate, οὐ γάρ τοι πρὶν μ. φίλους ἰδέειν Od. 4.475; οὐ γάρ πώ τοι μ. θανεῖν Il. 7.52, cf. 15.117: c. acc. et inf., εἰ μ. . . δαμῆναι πάντας ὁμῶς 17.421, cf. 16.434; ἔσχε μοῖρʼ Ἀχιλλέα θανεῖν S. Ph. 331; ὡς αὐτὸν ἥξοι μ. πρὸς παιδὸς θανεῖν Id. OT 713; εἴ μοι ξυνείη φέροντι μοῖρα ib. 863 (lyr.); μ. βιότοιο oneʼs portion or measure of life, Il. 4.170 (as v.l. for πότμον) ; ὑπὲρ μοῖραν (v. μόρος) Il. 20.336; ἀγαθᾷ μοίρᾳ by good luck, E. Ion 153 (lyr.); θείᾳ μοίρᾳ by divine providence, X. Mem. 2.3.18; κατά τινα θείαν μ. Arist. EN 1099b10, cf. Pl. Men. 99e, Ap. 33c; opp. παρὰ μοῖραν Δίος Alc. Supp. 14.10.
- 2 like μόρος, manʼs appointed doom, i.e. death, Il. 6.488, Od. 11.560; in full, θάνατος καὶ μ. Il. 17.672, etc.; μ. ὀλοή . . θανάτοιο Od. 2.100; θανάτου μ. A. Pers. 917, Ag. 1462 (both anap.); πρὸ μοίρας before the appointed time, S. Fr. 686, Isoc. 11.8; ἐξέπλησε μ. τὴν ἑωυτοῦ Hdt. 4.164, 3.142, cf. 1.91; τῇ σεωυτοῦ μ. περίεις ib. 121; also, the cause of death, Od. 21.24.
- IV that which is meet and right, in Hom. mostly in phrase κατὰ μοῖραν in order, rightly, Il. 16.367; κατὰ μ. ἔειπες 1.286, al.; ἐν μοίρῃ πάντα διίκεο 19.186, cf. Od. 22.54, Pl. Lg. 775c, 958d; opp. παρὰ μοῖραν Od. 14.509; ἔχει μ. it is meet and right, E. Hipp. 988.
- 2 respect, esteem, οὐκ ἔστιν ὅτῳ μείζονα μ. νείμαιμʼ ἤ σοι A. Pr. 294 (anap.), cf. S. Tr. 1239; ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ μεγάλῃ ἄγειν τινά hold one in no great respect, Hdt. 2.172; ἐν μείζονι μ. εἶναι Pl. Cri. 51b; ἀτιμοτάτῃ ἐνὶ μ. Theoc. 14.49; μεγάλην μ. καὶ τιμὴν ἔχει Pl. Cra. 398b; κατατιθέναι τι ἐν μοίραις ἐλάττοσι Id. Lg. 923b; τοὺς θεοὺς μοίραις ποεῖσθε μηδαμῶς S. OC 278 is prob. corrupt.
- V c. gen. almost periphr., ἐν τῇ τοῦ ἀγαθοῦ μοίρᾳ ἐκεῖνό ἐστι is a good, of the order of the good, Pl. Phlb. 54c; ἄγειν ἢ φέρειν ἐν πολεμίου μ. as if an enemy, D. 23.61; νόστοιο μ. for νόστος, Pi. P. 4.196; ὡς ἐν παιδιᾶς μοίρᾳ playfully, Pl. Lg. 656b; ὡς ἐν φαρμάκου μ. Plu. Lib.educ. 2.6e; ὥσπερ ἐν προσθήκης μ. Luc. Zeux. 2; μέτοχος εἶναι τῆς τοῦ ἀγαθοῦ μοίρας, i. e. τοῦ ἀγαθοῦ, Pl. Phlb. 60b; ἡ φιλοσόφου μ. Id. Ep. 329b; ἡ τελειότης τἀγαθοῦ μ. τίς ἐστιν Procl. Inst. 25; θείας μ. μετέχειν, i. e. τοῦ θείου, Pl. Prt. 322a, cf. Phdr. 230a; τὸ ἐμπλήκτως ὀξὺ ἀνδρὸς μοίρᾳ προσετέθη was accounted manly, Th. 3.82.
- B Μοῖρα, as pr. n., the goddess of fate, Hom. always (exc. Il. 24.49) in sg., Il. 24.209, al., cf. Orph. Fr. 33, etc.: three first in Hes. Th. 905, etc.; as the goddess of death, Il. 4.517, 18.119: generally of evil, 5.613; ἐγὼ δʼ οὐκ αἴτιός εἰμι ἀλλὰ Ζεὺς καὶ M. καὶ ἠεροφοῖτις Ἐρινύς 19.87: with epithets, M. κραταιή, ὀλοή, 5.629, 21.83; κακή 13.602; δυσώνυμος 12.116:—Trag. use sts. sg., A. Ag. 130, Ch. 910, etc.: sts. pl., Id. Pr. 516, 895, Ch. 306, etc.; of the Furies, Id. Eu. 172: later as objects of worship, SIG 1044.8 (Halic., iv/iii B. C.).—In the phrases θεοῦ μ. Od. 11.292, μ. θεῶν 3.269, μοῖρα is Appellat., = destiny.
1. portie, toegewezen deel, aandeel:
2. lotsbeschikking, lot:
3. juiste maat, orde, behoren:
4. deel (tegenover geheel), part:
1) der Teil, im Ggstz des Ganzen ; παρῴχηκεν δὲ πλέων νὺξ τῶν δύο μοιράων, τριτάτη δʼ ἔτι μοῖρα λέλειπται, Il. 10.253, vgl. 15.195, Od. 4.97, χώρης ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες, Il. 16.68 ; τὸ παθεῖν εὖ, πρῶτον ἄθλων, εὖ δʼ ἀκούειν δευτέρα μοῖρα, Pind. P. 1.99 ; μοῖραν πατρῴας γῆς ἐξαίρετον, Soph. Tr. 162 ; u. in Prosa, οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα, Her. 1.146, δυώδεκα μοίρας δασάμενοι Αἴγυπτον πᾶσαν, nachdem sie ganz Aegypten in zwölf Teile geteilt hatten, 2.147, u. oft von Landteilen ; ἐστρατεύετο ἐς τὴν Περσέων μοῖραν, d.i. in das Gebiet der Perser, 1.75 ; Πελοποννήσου τῶν πέντε τὰς δύο μοίρας νέμονται, Thuc. 1.10, zwei Fünftel des Peloponnes ; τὴν περὶ τὸ ἧπαρ ψυχῆς μοῖραν κατῳκισμένην, Plat. Tim. 71d ; διαιροῦντες ἀεὶ τὴν μοῖραν, Soph. 235c. – Bei den Astronomen, der Grad, Ptol.
2) der Anteil, so viel einem jeden zukommt ; πὰρ δʼ ἐτίθει σπλάγχνων μοίρας, Od. 20.260, ἤδη μοίρας τʼ ἔνεμον, 8.470, Anteil am Mahle, Portion, wie κρέα δαίετο καὶ νέμε μοίρας, 15.140, μοῖραν μὲν δὴ ξεῖνος ἔχει πάλαι, ὡς ἐπέοικεν, ἴσην, 20.293. Anteil an der Beute, 11.534. – So auch Tragg.; ἔχουσι μοῖραν λαχόντες διοσδότων ἀχέων, Aesch. Spt. 928, μοῖραν δʼ ἡδονῆς κἀμοὶ πόρε, Prom. 634 ; ἀνὴρ ὅδʼ ὡς ἔοικεν οὐ νέμειν ἐμοὶ φθίνοντι μοῖραν, das mir Gebührende, Soph. Tr. 1229 ; vgl. τάφου τε μοίρας καὶ κτερισμάτων λαχεῖν, Eur. Suppl. 309 ; ἔγχει δή μοι καὶ σπλάγχνων μοῖραν ὄρεξον, Ar. Pax 1071 ; μοίρας, ὅσας προσῆκε διένειμεν, Plat. Tim. 35b ; τὴν τοῦ πατρὸς μοῖραν λαγχάνειν, vom Erbe, Dem. 43.51 ; auch Sp., ἀναπληροῦν ἔδει τὴν ἑκάστοις καθήκουσαν μοῖραν ἐκ τῶν ἄλλων οἰκετῶν, Pol. 40.2.5. – Daher κατὰ μοῖραν ἔειπες, oft bei Hom., nach Gebühr, wie sichʼs ziemt, hast du gesprochen ; auch ἐν μοίρᾳ, Plat. Legg. VI.775c ; der Ggstz παρὰ μοῖραν, Od. 14.509. – Bes. der Lebensanteil, das Lebenslos, was jedem Menschen vom Geschick bestimmt ist, das Schicksal, Verhängnis ; οὐ γάρ πώ τοι μοῖρα θανεῖν, noch ist dirʼs nicht bestimmt zu sterben, Il. 7.52, u. so öfter c. inf., 15.117, 16.434, 17.421 ; ἀλλʼ ἔτι οἱ μοῖρʼ ἐστὶ φίλους ἰδέειν, Od. 5.114, es ist ihm beschieden, die Freunde zu sehen ; εἰ δή μοι ὁμοίη μοῖρα τέτυκται, wenn mir ein gleiches Los bereitet ist, Il. 18.120 ; αἴ κε θάνῃς καὶ μοῖραν ἀναπλήσῃς βιότοιο, das zugeteilte Maß des Lebens, 4.170 ; gew. von bösem Geschick, aber Od. 20.76 sind μοῖρα u. ἀμμορία verbunden. So auch Tragg.; στυγερᾶς μοίρας τῆσδε κυρήσας, Aesch. Pers. 873 ; μηδὲν θανάτου μοῖραν ἐπεύχου, Ag. 1441, vgl. Pers. 881 ; geradezu Tod, σὲ μὲν πρὸ μοίρας τῆς ἐμῆς διαφθερῶ, Ag. 1239, vgl. 1426 ; οὐ γάρ με μοῖρα πρός γε σοῦ πεσεῖν, Soph. O.R. 376, öfter ; ἐπεὶ γὰρ ἔσχε μοῖρʼ Ἀχιλλέα θανεῖν, Phil. 331 ; ἁ δʼ ἐρχομένα μοῖρα, das nahende Geschick, Tr. 847 ; θανεῖν αὐτῷ μοῖρα Δελφικῷ ξίφει, Eur. Or. 1656 ; τίνι ὤλετο μοίρᾳ, auf welche Weise, welchen Tod starb er ? Phoen. 1559 ; μοῖραν θανάτου προσλήψεται, Med. 981 ; ἐξέπλησε μοῖραν τὴν ἑωυτοῦ, er erfüllte sein Schicksal, Her. 4.142, wie σεωυτοῦ μοίρῃ περίεις, 1.121 ; ᾡπερ τίς ποτε καὶ ἄλλη θεία μοῖρα ἀνθρώπῳ καὶ ὁτιοῦν προσέταξε πράττειν, eine göttliche Bestimmung, eine göttliche Schicksalsentscheidung, Plat. Apol. 33c, vgl. Phaed. 58c, öfter, wie auch Xen.; θείας τινὸς μοίρας φύσει μετέχον, Plat. Phaedr. 230a ; οὐδὲ τεύξεσθε θανάτου μοίρας, Tim. 41b ; auch τῇ ἀγαθῇ μοίρᾳ καὶ τύχῃ ἐπιτρέψαντες, Legg. XII.946b.
3) Partei, τὸν Ἀθηναῖον δῆμον πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖραν προσεθήκατο, Her. 5.69.
4) die Einem gebührende Achtung oder Schätzung ; ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ μεγάλῃ ἄγειν τινά, Einen nicht hochachten, Her. 2.172 ; ἐν μοίρᾳ στρατιώτου τιμῶμαι, Archil. 78 ; vgl. Plat. μεγάλην μοῖραν καὶ τιμὴν ἔχει, Crat. 398b ; ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ, Crit. 51b ; so auch ἐν τῇ τοῦ ἀγαθοῦ μοίρᾳ ἐκεῖνό ἐστι, Phil. 54c, d.i. für ein Gut zu achten ; vgl. ἐς ἄλλην μοῖραν θετέον, ibd.; κατατιθεὶς ἐν μοίραις ἐλάττοσιν, Legg. XI.923b ; zur Erweiterung u. Umschreibung eines Begriffes, ὡς ἐν παιδιᾶς μοίρᾳ, wie zum Scherz, II.656b, vgl. I.641d ; μοῖραν φιλίας οὐδεμίαν παρέχοντας, keine Freundschaft, nichts Freundschaftliches, Phaedr. 255b.
Ursprünglich sah man die μοῖρα als die Schicksalsgöttin an, die jedem Menschen sein Geschick, gutes u. böses zuteilte, und so ist bei Hom. in den meisten Fällen an ein göttliches Wesen zu denken, obwohl in unseren Texten die Schreibung zwischen μοῖρα und μοῖρα oft schwankt ; Hom. hat nur Il. 24.49 den plur., sonst immer den sing.; μοῖρα θεοῦ, Od. 11.292 ; μοῖρα θεῶν, 3.269 ; der Begriff des Schicksals noch ein unbestimmter, bald selbstständig, von den Göttern unabhängig gedacht, bald durch sie bestimmt, vgl. Naegelsbach Hom. Theologie. Als Todesgöttin erscheint die μοῖρα Il. 4.517, 18.119, übh. als Unglücksgöttin, 5.613, 19.87, 21.83, mit den besonderen Bestimmungen κραταιή, κακή, ὀλοή ; auch verbunden θάνατος καὶ μοῖρα κραταιή, 19.410, vgl. 16.849. – Erst Hes. hat Theog. 218 drei Mören, die er Klotho, Lachesis, Atropos nennt, Töchter der Nacht, oder, ib. 904, Töchter des Zeus u. der Themis. Sie entsprechen etwa den Parcen der Römer.
-ης, ἡ.
- 1
(Due) measure. κατὰ μοῖραν
, duly, fitly, properly, in the proper way, in seemly wise : ἔειπες Il. 1.286. Cf. Il. 9.59, Il. 15.206, Il. 16.367, Il. 19.256, etc. : πάντα κατὰ μοῖραν Od. 3.457. Cf. Od. 2.251, Od. 3.331, Od. 8.496, Od. 15.170, Od. 17.580, etc.So ἐν μοίρῃ : πέφαται (has met his deserts) Od. 22.54. Cf. Il. 19.186.– παρὰ μοῖραν, unduly, in unseemly wise Od. 14.509.
- 2
A part, portion, division : παροίχωκεν πλέων νὺξ τῶν δύο μοιράων
(more of it than two (of the three) watches), τριτάτη δʼ ἔτι μοῖρα λέλειπται (see under λείπω (3)) Il. 10.253. Cf. Od. 4.97. - 3
A share or portion allotted or available : ἴση μοῖρα μένοντι (the same share of the spoil) Il. 9.318. Cf. Il. 15.195, Il. 16.68 : σπλάγχνων μοίρας Od. 3.40, Od. 20.260. Cf. Od. 3.66= Od. 20.280, Od. 8.470, Od. 11.534, Od. 14.448, Od. 15.140, Od. 17.258, 335, Od. 19.423, Od. 20.281, 293.
- 4
One’s portion or lot in life, one’s fate or destiny, what is allotted by fate : οὔ πώ τοι μ. [ἐστι] θανεῖν Il. 7.52. Cf. Il. 15.117, Il. 16.434, Il. 17.421, Il. 18.120, Il. 23.80 : Od. 4.475, Od. 5.41, 114, 345, Od. 9.532.
Sim. : ἐφʼ ἑκάστῳ μοῖραν ἔθηκαν ἀθάνατοι (its place or use) Od. 19.592, οὐδʼ αἰδοῦς μοῖραν ἔχουσιν (have no room in their hearts for it) Od. 20.171.
- 5
Good fortune : μοῖράν τʼ ἀμμορίην τε Od. 20.76.
- 6
Fate that comes upon or overtakes one, evil fate, death, doom : μ. μιν ἀμφεκάλυψεν Il. 12.116. Cf. Il. 4.517, Il. 5.83, Il. 6.488, Il. 13.602, Il. 16.849, Il. 17.478, Il. 21.83, Il. 22.303, etc. : μ. θανάτοιο
(fate consisting in death, i.e. death) Od. 2.100. Cf. Od. 11.292, Od. 21.24, Od. 22.413, Od. 24.29, etc. - 7
Fate or destiny as decreed by the gods : μ. θεῶν Od. 3.269.
So μ
. alone, the decrees of fate (cf. αἶσα 6, μόρος 3) : ὑπὲρ μοῖραν Il. 20.336. - 8
Fate personified Il. 19.87, 410, Il. 24.209.
In pl., the Fates Il. 24.49.
- 1
- 1
- a portion, (c. partit. gen.) ἐν δὲ μιᾷ μοίρᾳ χρόνου O. 7.94 τὸ δὲ παθεῖν εὖ πρῶτον ἀέθλων· εὖ δʼ ἀκούειν δευτέρα μοῖρʼ P. 1.99
- b due (share) c. appositive gen. (Ἑρμᾶν) ὃς ἀγῶνας ἔχει μοῖράν τʼ ἀέθλων contests as his due O. 6.79 ἀπάτερθε δʼ ἔχον διὰ γαῖαν τρίχα δασσάμενοι πατρωίαν ἀστέων μοίρας (Meineke: μοῖραν codd., fort. recte) O. 7.76 εὔχομαι (sc. σε) ἀμφὶ καλῶν μοίρᾳ νέμεσιν διχόβουλον μὴ θέμεν as regards the blessings that are their due O. 8.86 τὶν δὲ μοῖρʼ εὐδαιμονίας ἕπεται happiness as your due P. 3.84 ἐν δαιτὸς δὲ μοίρᾳ during the banquet, which was their due P. 4.127 ἐκάλειφιλίαν νόστοιο μοῖραν P. 4.196 βραχύ μοι στόμα πάντʼ ἀναγήσασθʼ ὅσων Ἀργεῖον ἔχει τέμενος μοῖραν ἐσλῶν N. 10.20 ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεῖ διέποντι θάλειαν contests, which are allotted to them N. 10.53 ἔστι δὲ καὶ διδύμων ἀέθλων Μελίσσῳ μοῖρα πρὸς εὐφροσύναν τρέψαι γλυκεῖαν ἦτορ i. e. two prizes allotted to him I. 3.10 πάντʼ ἔχεις, εἴ σε τούτων μοῖρʼ ἐφίκοιτο καλῶν I. 5.15 ἀνὰ δʼ ἄγαγον ἐς φάος οἵαν μοῖραν ὕμνων I. 6.62 καλῶν μὲν ὦν μοῖράν τε τερπνῶν ἐς μέσον χρὴ παντὶ λαῷ δεικνύναι fr. 42. 3.
- c destiny
- α ἕποιτο μοῖρα καὶ ὑστέραισιν ἐν ἁμέραις ἀγάνορα πλοῦτον ἀνθεῖν σφίσιν P. 10.17 μοῖραν δʼ εὔνομον αἰτέω σε παισὶν δαρὸν Αἰτναίων ὀπάζειν N. 9.29 καὶ θνατὸν οὕτως ἔθνος ἄγει μοῖρα N. 11.43
- β doom Περσεὺς ὁπότε τρίτον ἄυσεν κασιγνητᾶν μέρος ἐνναλίᾳ Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων (ἄνυσσεν v. l.: “ein Wortspiel,” Wil., 146) P. 12.12 ἐπέπεσε μοῖρα Pae. 2.64 πεπρωμέναν θῆκε μοῖραν μετατραπεῖν fr. 117a. <μοῖρα> (supp. Bergk) Θρ. 3. 8.
- 2 pro pers.
- a sing., as personification of 3 supra. Apportioning, Destiny ὅταν θεοῦ Μοῖρα πέμπῃ ἀνεκὰς ὄλβον ὑψηλόν O. 2.21 οὕτω δὲ Μοῖρʼ ἅ τε πατρώιον τῶνδʼ ἔχει τὸν εὔφρονα πότμον, ἐπί τι καὶ πῆμʼ ἄγει O. 2.35 οὐ θεῶν ἄτερ ἀλλὰ Μοῖρά τις ἄγεν P. 5.76 οὐκ ἔχω εἰπεῖν τίνι τοῦτο Μοῖρα τέλος ἔμπεδον ὤρεξε N. 7.57
- b pl., the Fates, viz. Klotho O. 1.26, I. 6.8; Lachesis O. 7.64, Πα. 12. 77; Tyche fr. 41: in the company of Eleithuia O. 6.42, N. 7.1, Πα. 12. 17; of Time O. 10.52 τᾷ μὲν ὁ Χρυσοκόμας πραΰμητίν τʼ Ἐλείθυιαν παρέστασέν τε Μοίρας O. 6.42 παρέσταν μὲν ἄρα Μοῖραι σχεδὸν O. 10.52 Μοῖραι δʼ ἀφίσταντʼ P. 4.145 Ἐλείθυια, πάρεδρε Μοιρᾶν βαθυφρόνων N. 7.1 ἐγὼ δʼ ὑψίθρονον Κλωθὼ κασιγνήτας τε προσεννέπω ἑσπέσθαι κλυταῖς ἀνδρὸς φίλου Μοίρας ἐφετμαῖς I. 6.18 Θέμιν Μοῖραι ποτὶ κλίμακα σεμνὰν ἆγον fr. 30. 3. test., Paus., 7. 26. 8., ἐγὼ μὲν οὖν Πινδάρου τά τʼ ἄλλα πείθομαι τῇ ᾠδῇ καὶ Μοιρῶν τε εἶναι μίαν τὴν Τύχην καὶ ὑπὲρ τὰς ἀδελφάς τι ἰσχύειν fr. 41.
- 3 fragg. ἔμαθον δʼ ὅτι μοιραν[ Πα. 13. c. 5. ]εοι μοῖρʼ ἔνθα[ Θρ. 7. 11. ]μοιραν εχ[ ?fr. 337. 15.
- Ia part, portion, Hom.
- 2a division of a people, Hdt.
- 3a political party, Lat. partes, Hdt., Eur.
- IIthe part, portion, share which falls to one, in the distribution of booty, Hom.; or of a meal, Od.; ἡ τοῦ πατρὸς μοῖρα oneʼs patrimony, ap. Dem.
- 2in various phrases, οὐδʼ αἰδοῦς μοῖραν ἔχουσιν has no part in shame, Od.; τέσσαρας μοίρας ἔχον ἐμοί filling the place of four relations to me, Aesch.
- IIIoneʼs portion in life, lot, fate, destiny, Hom., etc.; ἡ πεπρωμένη μ. Hdt.; μοῖρʼ ἐστι, c. inf., ʼtis oneʼs fate, Hom.; ἔσχε μοῖρʼ Ἀχιλλέα θανεῖν ʼtwas his fate to die, Soph.;— μ. βιότοιο oneʼs portion or measure of life, Il.; ὑπὲρ μοῖραν (v. μόρος) Il.; ἀγαθῇ μοίρᾳ by good luck, Eur.; θείᾳ μοίρᾳ by divine providence, Xen.
- 2like μόρος, manʼs appointed doom, i. e. death, Hom., Aesch.:— also the cause of death, Od.
- IVthat which is oneʼs due, Lat. quod fas est, κατὰ μοῖραν as is meet, rightly, Hom.; opp. to παρὰ μοῖραν, Od.; μοῖραν νέμειν τινί to give one his due, Soph.
- 2respect, esteem, ἐν οὐδεμίᾳ μοίρῃ μεγάλῃ ἄγειν τινά to hold one in no great respect, Hdt.; ἐν μείζονι μ. εἶναι Plat.
- Vwith a gen. almost periphr., μ. φρενῶν, for φρένες, Aesch.; ἀνδρὸς μοίρᾳ προσετέθη it was accounted manly, Thuc.; ἐν πολεμίου μοίρᾳ as if he were an enemy, Dem.
- BΜοῖρα, as prop. n., the goddess of fate, the Roman Parca, Hom.; later, there were three, Clotho, Lachesis, Atropos, Hes.
- IIΜοῖραι, of the Furies, Aesch.
-
…καὶ τῶν λόγων, ὡς ἀδεῶς καὶ γενναίως ἐτελεύτα, ὥστε μοι ἐκεῖνον παρίστασθαι μηδʼ εἰς Ἅιδου ἰόντα ἄνευ θείας μοίρας ἰέναι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖσε ἀφικόμενον εὖ πράξειν εἴπερ τις πώποτε καὶ ἄλλος. διὰ δὴ ταῦτα οὐδὲν πάνυ μοι…
Plato, Phaedo
-
…προστέτακται ὑπὸ τοῦ θεοῦ πράττειν καὶ ἐκ μαντείων καὶ ἐξ ἐνυπνίων καὶ παντὶ τρόπῳ ᾧπέρ τίς ποτε καὶ ἄλλη θεία μοῖρα ἀνθρώπῳ καὶ ὁτιοῦν προσέταξε πράττειν. ταῦτα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἀληθῆ ἐστιν καὶ εὐέλεγκτα. εἰ γὰρ…
Plato, Apology
-
…τοὺς τεθνεῶτας · νῦν δὲ ἥ τε φύσις καὶ νόσων ἥττων καὶ γήρως, ὅ τε δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος. ὥστε προσήκει τούτους εὐδαιμονεστάτους ἡγεῖσθαι, οἵτινες ὑπὲρ μεγίστων καὶ καλλίστων κινδυνεύσαντες οὕτω τὸν βίον ἐτελεύτησαν ,…
Lysias, Speeches
-
…, Προμηθέα δὲ διʼ Ἐπιμηθέα ὕστερον, ᾗπερ λέγεται, κλοπῆς δίκη μετῆλθεν. ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα…
Plato, Protagoras
-
…ὅτι μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρʼ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι, καὶ σέβεσθαι δεῖ καὶ μᾶλλον ὑπείκειν καὶ θωπεύειν πατρίδα χαλεπαίνουσαν…
Plato, Crito
-
…ἐπʼ ἑωυτὸν ἰόντα δείσας οἴχετο φεύγων ἐς Κύμην. Μαζάρης δὲ ὁ Μῆδος ἐλάσας ἐπὶ τὰς Σάρδις τοῦ Κύρου στρατοῦ μοῖραν ὅσην δή κοτε ἔχων, ὡς οὐκ εὗρε ἔτι ἐόντας τοὺς ἀμφὶ Πακτύην ἐν Σάρδισι, πρῶτα μὲν τοὺς Λυδοὺς…
Herodotus, The Histories
-
…ξατο θαλάμαις Κρονίδας Ζεύς, κατὰ μηρῷ δὲ καλύψας χρυσέαισιν συνερείδει περόναις κρυπτὸν ἀφʼ Ἥρας. ἔτεκεν δʼ, ἁνίκα Μοῖραι τέλεσαν, ταυρόκερων θεὸν στεφάνωσέν τε δρακόντων στεφάνοις, ἔνθεν ἄγραν θη ροτρόφον μαινάδες ἀμφι βάλλονται πλοκάμοις. ὦ Σεμέλας…
Euripides, Bacchae
-
…μή μου προκήδου μᾶσσον ὡς ἐμοὶ γλυκύ. ἐπεὶ προθυμῇ, χρὴ λέγειν. ἄκουε δή. μήπω γε · μοῖραν δʼ ἡδονῆς κἀμοὶ πόρε. τὴν τῆσδε πρῶτον ἱστορήσωμεν νόσον, αὐτῆς λεγούσης τὰς πολυφθόρους τύχας · τὰ λοιπὰ δʼ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἂν πάλιν ἀγκαλέσαιτʼ ἐπαείδων ; οὐδὲ τὸν ὀρθοδαῆ τῶν φθιμένων ἀνάγειν Ζεὺς ἀπέπαυσεν ἐπʼ εὐλαβείᾳ ; εἰ δὲ μὴ τεταγμένα μοῖρα μοῖραν ἐκ θεῶν εἶργε μὴ πλέον φέρειν, προφθάσασα καρδία γλῶσσαν ἂν τάδʼ ἐξέχει. νῦν δʼ ὑπὸ σκότῳ βρέμει…
Aeschylus, Agamemnon
-
…πάλιν ἀγκαλέσαιτʼ ἐπαείδων ; οὐδὲ τὸν ὀρθοδαῆ τῶν φθιμένων ἀνάγειν Ζεὺς ἀπέπαυσεν ἐπʼ εὐλαβείᾳ ; εἰ δὲ μὴ τεταγμένα μοῖρα μοῖραν ἐκ θεῶν εἶργε μὴ πλέον φέρειν, προφθάσασα καρδία γλῶσσαν ἂν τάδʼ ἐξέχει. νῦν δʼ ὑπὸ σκότῳ βρέμει θυμαλγής…
Aeschylus, Agamemnon