καματώδης
καματώδης, toilsome, wearisome
Could not find καματωδέων in Logeion dictionaries.
καματωδέων Adjective: masculine genitive plural, Adjective: feminine genitive plural, Adjective: neuter genitive plural of καματώδης
κᾰμᾰτ-ώδης, ες,
- toilsome, wearisome, θέρεος καματώδεος ὥρῃ Hes. Op. 584; πλαγαί, μέριμναι, Pi. N. 3.17, Fr. 218.1; καματωδέστερος Thphr. Lass. 13.
καματώδης, ης, ες [ᾰᾰ] qui fatigue, qui épuise, pénible, Hés. O. 582 ; Pd. N. 3, 28 ||
Cp. -έστερος, Th. Lap. 13.
Étym. κάματος, -ωδης.
καματώδης, ες, ermattend, erschöpfend ; θέρεος καματώδεος ὥρη Hes. O. 582 ; καματωδέων πλαγᾶν ἄκος Pind. N. 3.17 ; μέριμναι frg. 239. Auch im Kompar., bei Theophr.
καματώδης
- 1fatiguing καματωδέων δὲ πλαγᾶν ἄκος ὑγιηρὸν ἐν βαθυπεδίῳ Νεμέᾳ τὸ καλλίνικον φέρει N. 3.17 ἀνθρώπων καματώδεες οἴχονται μέριμναι fr. 124. 5.
καματώδης
κᾰμᾰτ-ώδης, ες
εἶδος
- toilsome, wearisome, Hes., Pind.