καθίστημι
καθίστημι, καθίστημι, καταστήσω, κατέστησα (trans.) or κατέστην (intrans.), καθέστηκα (intrans.), καθέσταμαι, κατεστάθην, (trans.) appoint, establish, put into a state; (intrans.) be established, be appointed, enter into a state
Could not find κατασταίη in Logeion dictionaries.
κατασταίη Verb: aorist active optative 3rd singular of καθίστημι
- A in causal sense:—Act., in pres., impf., fut., and pf. καθέστᾰκα Hyp. Eux. 28, LXX Je. 1.10, D.H. Dem. 54, D.S. 32.11, etc.; once καθέστηκα PHib. 1.82i14 (iii B. C.): plpf. -εστάκει Demetr. Sceps. ap. Ath. 15.697d:—also in Med., fut. (Paus. 3.5.1), aor. 1, more rarely pres. (infr. A. II.2):—set down, κρητῆρα καθίστα Il. 9.202; νῆα κατάστησον bring it to land, Od. 12.185; κ. δίφρους place, station them, before starting for the race, S. El. 710; ποῖ [δεῖ] καθιστάναι πόδα; E. Ba. 184; κ. τινὰ εἰς τὸ φανερόν X. An. 7.7.22; set up, erect, of stones, Inscr.Cypr. 94, 95 H.:—Med., [λαῖφος] κατεστήσαντο βοεῦσι steadied it, h.Ap. 407.
- 2 bring down to a place, τούς μʼ ἐκέλευσα Πύλονδε καταστῆσαι Od. 13.274: generally, bring, κ. τινὰ ἐς Νάξον Hdt. 1.64, cf. Th. 4.78; esp. bring back, πάλιν αὐτὸν κ. ἐς τὸ τεῖχος σῶν καὶ ὑγιᾶ Id. 3.34; κ. τοὺς Ἕλληνας εἰς Ἰωνίαν πάλιν X. An. 1.4.13; without πάλιν, replace, restore, ἐς φῶς σὸν κ. βίον E. Alc. 362; ἃς (sc. τὰς κόρας) οὐδʼ ὁ Μελάμπους . . καταστήσειεν ἄν cure their squint, Alex. 112.5; ἰκτεριῶντας κ. Dsc. 4.1; τὸ σῶμα restore the general health, Hp. Mul. 2.133:—Med., κατεστήσαντο (v.l. for κατεκτήσαντο) εὐδαιμονίαν Isoc. 4.62:—Pass., οὐκ ἂν ἀντὶ πόνων Χάρις καθίσταιτο would be returned, Th. 4.86.
- 3 bring before a ruler or magistrate, Hdt. 1.209, PRyl. 65.10 (i B. C.), etc.; τινὰ ἐπί τινα PCair.Zen. 202.6 (iii B. C.), POxy. 281.24 (i A. D.).
- II set in order, array, of soldiers, X. An. 1.10.10; set as guards, προφυλακάς ib. 3.2.1, etc.
- 2 ordain, appoint, κατέστησε τύραννον εἶναι παῖδα τὸν ἑωυτοῦ Hdt. 5.94, cf. 25: usu. without the inf., κ. τινὰ ὕπαρχον Id. 7.105; ἄλλον [ἄρχοντα] ἀντὶ αὐτοῦ X. Cyr. 3.1.12, etc.; βασιλέα ἐπί τινας LXX 1 Ki. 8.5, al.; τινὰ ἐς μοναρχίαν E. Supp. 352; ἐπὶ τὰς ἀρχάς Isoc. 12.132; τινὰ τύραννον Ar. Av. 1672; κ. ἐγγυητάς Hdt. 1.196, Ar. Ec. 1064; δικαστάς, ἐπιμελητάς, νομοθέτας, Id. Pl. 917, X. Cyr. 8.1.9, D. 3.10 (sed leg. καθίσατε, cf. καθίζω I.4); of games, etc., γυμνικοὺς ἀγῶνας κ. Isoc. 4.1: rarely c. inf., οἱ καθιστάντες μουσικῇ . . παιδεύειν Pl. R. 410b:—so in Pass., κυβερνᾶν κατασταθείς X. Mem. 1.7.3: aor. Med., appoint for oneself, τύραννον καταστησάμενοι παρὰ σφίσι αὐτοῖσι Hdt. 5.92.αʹ; ἄρχοντας X. An. 3.1.39, etc.
- b esp. of laws, constitutions, ceremonies, etc., establish, νόμους, τελετάς, E. Or. 892, Ba. 21, etc.; πολιτείαν, δημοκρατίαν, Arist. Ath. 7.1, Decr.ib. 29.3; ὀλιγαρχίαν Lys. 12.42; also, set in order, arrange, πολιτείαν Pl. R. 590e:—also in Med., τοῦτο βουλευτήριον φρούρημα γῆς καθίσταμαι A. Eu. 706; τὴν Ἱππίου καθίσταμαι τυραννίδα Ar. V. 502; καθίστατο τὰ περὶ τὴν Μυτιλήνην ᾗ αὐτῷ ἐδόκει Th. 3.35; πόλεις ἐπὶ τὸ ὠφέλιμον Id. 1.76; [Εὔβοιαν] ὁμολογίᾳ ib. 114; πρὸς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα καταστήσασθαι settle it with me, D. 21.90.
- 3 bring into a certain state, τινὰ ἐς ἀπόνοιαν Th. 1.82; ἐς ἀπορίαν Id. 7.75; εἰς ἀνάγκην Lys. 3.3; εἰς αἰσχύνην Pl. Sph. 230d; εἰς ἐρημίαν φίλων Id. Phdr. 232d; εἰς ἀγῶνα Id. Ap. 24c; τινὰ εἰς ἀσφάλειαν Isoc. 5.123; τίνας εἰς ἀγῶνα καθέστακα; Hyp. Eux. 28, cf. Lycurg. 2; κ. τινὰ ἐν ἀγῶνι καὶ κινδύνῳ Antipho 5.61; τὴν πόλιν ἐν πολέμῳ Pl. Mx. 242a; τοὺς φίλους ἐν ἀκινδύνῳ X. Cyr. 4.5.28; κ. ἑαυτὸν ἐς κρίσιν present himself for trial, Th. 1.131, cf. Lycurg. 6; κ. τινὰ εἰς τοὺς ἀρχικούς reckon him as one of . ., X. Mem. 2.1.9.
- 4 c. dupl. acc., make, render so and so, ψευδῆ γʼ ἐμαυτόν S. Ant. 657; ἡ ἐπιθυμία κ. τινὰ ἀμνήμονα Antipho 2.1.7; τὸ πιστὸν ὑμᾶς ἀπιστοτέρους κ. Th. 1.68; κ. τι φανερόν, σαφές, Id. 2.42, 1.32; τινὸς ἐπίπονον τὸν βίον κ. Isoc. 10.17: c. part., κλαίοντα καθιστάναι τινά bring one to tears, E. Andr. 635: rarely c. inf., κ. τινὰ φεύγειν make him fly, Th. 2.84, cf. E. Alc. 283, Luc. Charid. 8:—Pass., ἀνάγκη τὴν ναυμαχίαν πεζομαχίαν καθίστασθαι Th. 2.89.
- 5 Med., get for oneself, τὴν ζόην καταστήσασθαι ἀπʼ ἔργων ἀνοσιωτάτων Hdt. 8.105.
- 6 make, in periphrases, πάννυχοι . . διάπλοον καθίστασαν A. Pers. 382:—Med., κρυφαῖον ἔκπλουν οὐδαμῇ καθίστατο ib. 385.
- B intr. in aor. 2, pf. καθέστηκα, and plpf. of Act. (also fut. καθεστήξω Th. 3.37, 102), and all tenses of Med. (exc. aor. 1) and Pass.: pf. καθέσταμαι in later Greek, IG 2(2).1006.24 (ii B. C.), LXX Nu. 3.32, etc.:—to be set, set oneself down, settle, ἐς [Αἴγιναν] Hdt. 3.131, cf. Th. 4.75; [ὀδύναι] καθίσταντο ἐς ὑπογάστριον Hp. Epid. 7.97; of joints, ἐξίσταται ἀνωδύνως καὶ κ. goes out of joint and in again, Id. Art. 8; κ. ἐς Ῥήγιον to make R. a base of operations, Th. 3.86; simply, to be come to a place, ὅποι καθέσταμεν S. OC 23.
- b come before another, stand in his presence, Pi. P. 4.135; λέξον καταστάς A. Pers. 295 (unless it be taken in signf. 4), cf. Hdt. 1.152; κ. ἐς ὄψιν τινός Id. 7.29; καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγον Id. 3.46, cf. 156; καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε Th. 4.84.
- 2 to be set as guard, ὑπό τινος Hdt. 7.59, cf. S. OC 356, X. An. 4.5.19, etc.; to be appointed, δεσπότης . . καθέστηκα E. HF 142; στρατηλάτης νέος καταστάς Id. Supp. 1216; κ. χορηγὸς εἰς Θαργήλια, στρατηγός, etc., Antipho 6.11, Isoc. 4.35, etc.; οἱ πρόβουλοι καθεστᾶσιν ἐπὶ τοῖς βουλευταῖς Arist. Pol. 1299b37; δικτάτωρ . . καθε[στάμενος τὸ τέταρτον], = Lat. dictator designatus quartum, of Caesar, IG 12(2).35b7 (Mytil.).
- 3 deposit a sediment, Hp. Epid. 1.2, 7.
- 4 also, stand or become quiet or calm, of water, ὅταν ἡ λίμνη καταστῇ Ar. Eq. 865, cf. PHolm. 16.3; θάλασσα γαληνὴ καὶ κ. Plb. 21.31.10; πνεῦμα λεῖον καὶ καθεστηκός calm and settled, Ar. Ra. 1003; ὁ θόρυβος κατέστη subsided, Hdt. 3.80; of laughter, Philostr. VA 3.4; of a swelling, Hp. Prog. 7; ἕως τὰ πράγματα κατασταίη Lys. 13.25; also of persons, καταστάς composedly, A. Pers. 295 (but v. supr. 1b); [ἡ ψυχὴ] καθίσταται καὶ ἠρεμίζεται Arist. Ph. 248a2; ὁρῶμεν [τοὺς ἐνθουσιαστικοὺς] . . καθισταμένους Id. Pol. 1342a10; καθεστηκυίας τῆς διανοίας Ocell. 4.13; καθεστῶτι προσώπῳ with composed, calm countenance, Plu. Fab. 17; μαίνεσθαι καὶ ἔξω τοῦ καθεστηκότος εἶναι Luc. Philops. 5; τίς ἂν καθεστηκὼς φήσαιε; what person of mature judgement would say . . ? Phld. Po. 5.15; ἡ καθεστηκυῖα ἡλικία middle age, Th. 2.36; ἡλικία μέση καὶ κ. Pl. Ep. 316c; οἱ καθεστηκότες those of middle age, Hp. Aph. 1.13: also, with metaphor from wine, mellow, of persons, Alex. 45.8.
- 5 come into a certain state, become, and in pf. and plpf., to have become, be, ἀντὶ φίλου πολέμιόν τινι κ. Hdt. 1.87; οἱ μὲν ὀφθαλμῶν ἰητροὶ κατεστέασι, οἱ δὲ κεφαλῆς Id. 2.84; ἔμφρων καθίσταται S. Aj. 306; τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων Epicur. Sent. 13; ἐς μάχην Hdt. 3.45; ἐς πόλεμον ὑμῖν καὶ μάχην κ. E. HF 1168; ἐς πάλην καθίσταται δορὸς τὸ πρᾶγμα Id. Heracl. 159; ἐς τὴν ἴησιν Hp. Prorrh. 2.12; ἐς τὸ αὐτό they recover, Id. Coac. 160 (later abs., καταστῆναι καὶ μηδενὸς ἔτι φαρμάκου δεηθῆναι Gal. Vict.Att. 1); ἐς τοὺς κινδύνους Antipho 2.3.1; ἐς φόβον Hdt. 8.12, Th. 2.81; ἐς δέος, λύπην, Id. 4.108, 7.75; ἐς φυγήν Id. 2.81; ἐς ἔχθραν τινί Isoc. 9.67; εἰς ὁμόνοιαν, εἰς πολλὴν ἀθυμίαν, Lys. 18.18, 12.3; καταστῆναι ἐς συνήθειάν τινος τὴν πόλιν ποιεῖν make the city become accustomed to it, Aeschin. 1.165; ἀντιστασιώτης κατεστήκεε had been, Hdt. 1.92, cf. 9.37; ἐν δείματι μεγάλῳ κατέστασαν Id. 7.138; καταστάντων σφι εὖ τῶν πρηγμάτων ib. 132; τίνι τρόπῳ καθέστατε; in what case are ye? S. OT 10; φονέα με φησὶ . . καθεστάναι ib. 703; ἄπαρνος δʼ οὐδενὸς καθίστατο Id. Ant. 435; κρυπτὸς καταστάς E. Andr. 1064; οἱ ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας καθεστῶτες ἐν ᾧ . . Antipho 2.1.1; ἐν οἵῳ τρόπῳ [ἡ τῶν Ἀθηναίων ἀρχὴ] κατέστη how it came into being, Th. 1.97, cf. 96; ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου (sc. τοῦ πολέμου) from its first commencement, Id. 1.1.
- 6 to be established or instituted, prevail, καί σφι μαντήϊον Διὸς κατέστηκε Hdt. 2.29; ἄγραι . . πολλαὶ κατεστᾶσι ib. 70, cf. 1.200; ὅδε σφι νόμος κατεστήκεε ib. 197; βροτοῖσιν ὃς καθέστηκεν νόμος E. Hipp. 91: c. inf., θεὸν Ἀμφιάραον πρώτοις Ὠρωπίοις κατέστη νομίζειν Paus. 1.34.2: pf. part., existing, established, prevailing, τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Hdt. 1.65; ἦν κατεστηκὸς οὐδὲν φόρου πέρι Id. 3.89; τοὺς κατεστεῶτας τριηκοσίους the regular 300, Id. 7.205; οἱ καθεστῶτες νόμοι S. Ant. 1113, Ar. Nu. 1400; τὰ καθεστῶτα the present state of life, S. Ant. 1160; also, existing laws, usages, τὰ τότε κ., τά ποτε κ., Pl. Lg. 798b, Isoc. 7.56; ἐπὶ τοῖσι κατεστεῶσι ἔνεμε τὴν πόλιν Hdt. 1.59.
- 7 of purchases, cost, πλέον ἢ ὅσου ἐμοὶ κατέστησαν more than they stood me in, And. 2.11, cf. Plu. Glor.Ath. 2.349a.
- 8 stand against, oppose, πρός τινα dub. l. in Plb. 23.18.5:—Pass., Τιτήνεσσι κατέσταθεν Hes. Th. 674.
- C aor. 1 Med. and sts. pres. Med. are used in trans. sense, v. supr. A. II.2 sq.
1. act. en med. met acc., causat., met sigm. aor.
a. doen staan, neerzetten:
b. aanstellen:
c. (in een bepaalde toestand) brengen, in orde brengen, regelen:
d. tot stand brengen:
2. intrans., met stamaor.
a. zich vestigen, ergens komen, met prep.:
b. aantreden:
c. (in een bepaalde situatie) komen, worden:
d. tot stand komen, ontstaan:
a) hinstellen, hinbringen ; νῆα, das Schiff halten lassen, Od. 12.185, oder ans Ufer bringen, wie τούς μʼ ἐκέλευσα Πύλονδε καταστῆσαι καὶ ἐφέσσαι, 13.274, mich nach Pylos hinzuschaffen ; so κατέστησαν αὐτὸν ἐς Δῖον Thuc. 4.78 ; ἔστε ἐπὶ τὰ Κόλχων ὅρια κατέστησαν τοὺς Ἕλληνας, bis sie die Griechen auf die Grenze hingebracht, Xen. An. 4.8.8, wie πάλιν εἰς Ἰωνίαν, zurückbringen nach, 1.4.13 ; τινὰ εἰς τοὺς ἀρχικούς, darunter rechnen, Mem. 2.1.9 ; τὰ ὅμηρα εἰς Ῥώμην Pol. 22.15.11 ; τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὴν οἰκίαν Plut. Pericl. 5 ; – δίφρους, hinstellen, hinsetzen, Soph. El. 700 ; σὺ δέ μʼ αὐτὸς ἆρον, σύ με κατάστησον Phil. 867 ; ποῖ δεῖ καθιστάναι πόδα Eur. Bacch. 184, wo soll ich den Fuß hinsetzen ? – αὐτὴν ἐπὶ κλίμακος Plut. Num. 10 ; ἐς τὸ φανερόν τινα, an einen hohen Platz stellen, Xen. An. 7.7.22 ; vgl. πρὶν ἐς φῶς καταστῆσαι βίον Eur. Alc. 363.
b) Soldaten aufstellen, εἰς τὸ αὐτὸ σχῆμα ἐναντίαν τὴν φάλαγγα Xen. An. 1.10.10 ; Wächter, Späher, σκοπούς 6.1.11, προφύλακας 3.2.1.
c) in ein Amt einsetzen ; ὕπαρχον Her. 7.105, τυράννους 5.92 ; τύραννον εἶναι παῖδα 94 ; βασιλέα Xen. An. 3.2.5 ; πότερον ἐᾷς ἄρχειν ἢ ἄλλον καθίστης ἀντʼ αὐτοῦ Cyr. 3.1.12 ; ἄρχοντα ἡμῖν καθίστησι Plat. Rep. X.606d ; Folgde überall, ὑπάτους Pol. 1.16.1, pass. ὕπατοι κατασταθέντες 1.17.6, ἀγορανόμος καθεσταμένος, zum Aedil gemacht, 10.4.6 ; λαφυροπώλας, als eine Behörde, Xen. An. 7.7.56 ; ἄλλοις τινὰ δικάζειν Cyr. 1.3.6 ; τοῖς παισὶν ἐπίτροπον, den Kindern einen Vormund bestellen, Plat. Legg. VI.766d ; κληρονόμον, zum Erben einsetzen, IX.856e ; ἐγγυητάς, Bürgen stellen, XI.937b, wie Ar. Eccl. 1064 ; δικαστάς, Richter einsetzen, zu Richtern aufstellen, Plut. 917. Vgl. παράδειγμα, ein Beispiel aufstellen, Isocr. 2.31 ; νόμους, Gesetze aufstellen, geben, Eur. Or. 890 ; πολιτείαν, den Staat einrichten, die Staatsverfassung ordnen, Plat. Legg. I.640d ; τὴν δημοκρατίαν καὶ τὰ δικαστήρια Arist. Pol. 2.10 ; übh. einrichten, anordnen, καὶ διοικεῖν τι Plut. Pomp. 42 ; so auch διάπλοον καθίστασαν Aesch. Pers. 374 ; τὰς κόρας, die Pupillen (eines Schielenden) in die richtige Lage bringen, Alexis Ath. VIII.340a.
d) ähnlich sind die Verbindungen εἰς μοναρχίαν αὐτόν, in die Alleinherrschaft einsetzen, Eur. Suppl. 352, εἰς ἀρχήν Lys. 12.5, 26.8, εἰς μείζους τιμάς Plat. Rep. VII.537d, ἐπὶ τὰς ἀρχάς Isocr. 12.134, ἐπὶ πολλῶν NT, an welche sich der so geläufige Gebrauch ἔς τί τινα καθιστάναι reihʼt, in eine Lage, einen Zustand versetzen, ἐς ἀπορίαν, Plat. Soph. 238d, ἐς φόβον, in Verlegenheit, Furcht versetzen, Thuc. 2.81, εἰς ἀθυμίαν Plat. Legg. V.731a ; Lys. 12.4 u. sehr oft bei Oratt., εἰς κινδύνους, εἰς διαβολὰς καὶ εἰς κινδύνους, Lys. 13.17 ; εἰς συμφοράς Isocr. 4.113, ins Unglück bringen, stürzen ; εἰς ταπεινότητα 4.118 ; εἰς ἀτιμίαν 97 ; εἰς ἐρημίαν φίλων Plat. Phaedr. 232d ; εἰς αἰσχύνην, εἰς ὀνείδη, Soph. 230d, Menex. 246d ; εἰς φιλίαν Ep. VII.328d ; εἰς δόξαν Euthyd. 305d ; selten ἐν ἀκινδύνῳ τοὺς φίλους καθιστᾶσι, Xen. Cyr. 4.5.28, wie τὴν πόλιν ἐν πολέμῳ Plat. Menex. 242a.
e) εἰς δίκην τινὰ καταστῆσαι, Einen vor Gericht ziehen, anklagen, Xen. An. 5.7.34 ; εἰς ἀγῶνα περί τινος Plat. Apol. 24c ; Isae. 1.5, Dem. 24.7 u. sonst ; ἑαυτὸν εἰς κρίσιν, sich vor Gericht stellen, Thuc. 1.131.
f) seltener ist der inf. dabei, καταστῆσαι φεύγειν, zum Fliehen bringen, Thuc. 4.84. Häufiger aber mit einem adjekt., wie reddere, wozu machen, als Einen hinstellen, ψευδῆ ἐμαυτὸν τῇ πόλει οὐ καταστήσω Soph. Ant. 653 ; Eur. Andr. 636 ; τὴν εὐλογίαν φανερὰν σημείοις, durch Zeichen kund tun, Thuc. 2.42 ; ὑμᾶς ἀπιστοτέρους ἐς τοὺς ἄλλους 1.68 ; vgl. Xen. An. 7.7.23 ; ἐντιμότερόν τινα, d.i. mehr ehren, 6.1.18 ; ἐμὲ ἔρημον καὶ ἄπορον κατέστησεν Plat. Phil. 16b ; ἡ ἐπιθυμία ἀμνήμονά τινα καθίστησι, sie läßt ihn vergessen, Antiph. 2 α 7 ; βελτίω τὴν διάνοιαν Isocr. 1.18 ; ἄκυρα τὰ γνωσθέντα Dem. 24.9. Auch c. partic., κλαίοντά σε καταστήσει Eur. Andr. 636.
2) intr., perf. u. aor. II in denselben Verbindungen, meist geradezu als das Resultat der durch die trans. tempp. ausgedrückten Tätigkeit erscheinend,
a) hingebracht worden sein, hinkommen ; καταστάντες ἐς Ῥήγιον Thuc. 3.86 ; καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, nachdem sie zu den Regierenden gekommen waren, Her. 3.46 ; vgl. ὅποι καθέσταμεν Soph. O.C. 23 ; ἐσσύμενοι δʼ εἴσω κατέσταν Pind. P. 4.135 ; καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε, er trat auf, Thuc. 4.84, wie καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγον Her. 3.46 ; in λέξον καταστάς Aesch. Pers. 287 liegt auch zugleich das Ruhige, Gefaßte ; vgl. καθεστηκὸς καὶ λεῖον πνεῦμα Ar. Av. 1001, θάλασσα καθεστηκυῖα, das ruhige Meer, Pol. 22.14.10, κατέστη ὁ θόρυβος, der Lärm legte sich, beruhigte sich, Her. 3.80 ; ἕως τὸ πρᾶγμα κατασταίη, bis die Sache abgemacht, beseitigt sei, Lys. 13.25 ; μαίνεσθαι καὶ ἔξω τοῦ καθεστηκότος εἶναι Luc. Philops. 5. – So auch vom Alter, οἱ ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας καθεστῶτες Antiph. 2 α 1, ἡ καθεστῶσα ἡλικία, das mittlere Alter, οἱ καθεστηκότες, Leute von mittlerem Alter.
b) als Wächter, Posten dastehen, hingestellt worden sein, φύλαξ κατέστης Soph. O.C. 357, φυλακαὶ καθεστήκασι Ar. Av. 1161, φυλακὴ καθειστήκει Xen. An. 4.5.19 ; vgl. Plat. Rep. VI.503b.
c) zum König eingesetzt worden sein, in ein Amt eingetreten sein, δεσπότης ὑμῶν καθέστηκα Eur. Herc.Fur. 142, ὅταν καταστῶσιν οἱ ἄρχοντες, sobald die Archonten eingesetzt sind, ihr Amt angetreten haben, Plat. Rep. VIII.543b ; στρατηλάτης νέος καταστάς Eur. Suppl. 1216 ; στρατηγοὶ καταστάντες Isocr. 4.35 ; ἡ καθεστηκυῖα τιμή Dem. 34.39. Auch ἐπεὶ εἰς τὴν βασιλείαν κατέστη, Xen. An. 1.1.3 ; von Richtern, οἱ καθεστῶτες ἐπὶ τῶν φονικῶν Plut. Rom. 20. – Bes. häufig von Gesetzen, οἱ καθεστῶτες νόμοι, die bestehenden Gesetze, Soph. Ant. 1100 Ar. Nub. 1400 u. öfter in Prosa ; auch vom Einrichten, Ordnen der Staatsangelegenheiten, τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Σπαρτιήτῃσι Her. 1.65, vgl. καταστάντων εὖ τῶν πρηγμάτων 7.132 ; ἐπειδὴ δʼ ἡ πόλις εἰς ἓν ἦλθε (nach der Vertreibung der Dreißig) καὶ τὰ πράγματʼ ἐκεῖνα κατέστη, und die Staatsangelegenheiten geordnet waren, Dem. 20.11. Daher τὰ καθεστῶτα häufig = die bestehende Ordnung der Dinge, Dem. 20.17 ; τὰ καθεστῶτα κινεῖν, eine Umwälzung vorhaben, Neuerungen machen, Pol. 2.21.3 u. öfter ; vgl. τό τι κινεῖν τῶν τότε καθεστώτων Plat. Legg. VII.798b ; ἥτις ἂν καθεστηκυῖα ᾐ πολιτεία, welche Staatsverfassung gerade besteht, IV.714c ; παρὰ τὸ καθεστὸς ἔθος, gegen die bestehende, herrschende Sitte, Plat. Tim. 46b ; Thuc. 1.76 οὐδὲ πρῶτοι τοῦ τοιούτου ὑπάρξαντες, ἀλλʼ ἀεὶ καθεστῶτος, τὸν ἥσσω ὑπὸ τοῦ δυνατωτέρου κατείργεσθαι, es ist ein alter Brauch, herkömmlich, daß der Schwächere usw.
d) in einen Zustand versetzt sein, in eine Lage geraten sein ; εἰς κινδύνους καταστάς Antiph. 2 γ 1, u. sonst oft ; τῆς πόλεως εἰς ἀπορίαν καταστάσης Plat. Menex. 243a ; ἐν τοιαύτῃ τύχῃ Symp. 203c ; εἰς τὴν αὐτὴν τύχην Isae. 2.24 ; εἰς ἀγῶνά τινι Eur. Andr. 328 ; ἐν διαφορᾷ τινι Antiph. 1.1 ; εἰς ἔχθραν πολλοῖς Plat. Polit. 308a ; εἰς ὁμόνοιαν κατέστη ἡ πόλις Lys. 18.18 ; εἰς ἔλεγχον 16.1 ; εἰς τοσαύτην μεταβολήν Isocr. 4.60 ; ἐν μεγάλῃ δυσθυμίᾳ Pol. 1.71.2.
e) von Prozessen, εἰς κρίσιν Aesch. 1.192, εἰς ἀγῶνα Andoc. 1.33.
f) wozu gemacht sein, dastehen als, τοῖς οἴκοθεν φίλοις ἐχθρὰ καθέστηκα Eur. Med. 507, δυστυχής Andr. 386, φονέα μέ φησι Λαΐου καθεστάναι, er sagt, ich stehe da als Mörder, sei der Mörder, Soph. O.R. 703 ; ὅς οἱ ἀντιστασιώτης κατεστήκεε Her. 1.192 ; οἱ μὲν ἰητροὶ ὀφθαλμῶν κατεστέασι 2.84 ; καταστῆναι πάντων τῶν καλῶν σωμάτων ἐραστήν Plat. Symp. 210b ; bei Sp. καθίσταται = γίγνεται, S.Emp. adv.log. 1.130, καθεστάναι = εἶναι, ib. 50 u. oft ; ὅσου κατέστη, wieviel es kostete, Plut. glor.Ath. 6.
3) med., sich stellen, für sich hinstellen, einrichten, in denselben Verbindungen, ἀεὶ εἰς τὸ ὄπισθεν καθίσταντο κάλλιστα, sie stellten sich immer hinter ihn, Plat. Prot. 315b ; – πολιτείαν κατεστήσατο, er richtete den Staat ein, Isocr. 4.39 ; τύραννον καταστησάμενοι παρὰ σφίσι αὐτοῖσι Her. 5.92 ; ἐπειδὰν καταστήσησθε τοὺς ἄρχοντας Xen. An. 3.1.39 ; Pol. 9.29.10 u. sonst oft ; – φρούρημα γῆς καθίσταμαι Aesch. Eum. 676 ; κρυφαῖον ἔκπλουν, unternehmen, Pers. 377 ; – καθίστασθαι εἰς τὴν τάξιν Xen. An. 1.8.3, ἐπὶ τὸ ἐπιμελεῖσθαι 5.9.22, φύλακας 4.5.21 ; νόμον Ar. Eccl. 1041 ; εἰς πόλεμον τινὰ καὶ μάχην Eur. Herc.Fur. 1168 ; εἰς κινδύνους Andoc. 1.3 ; – ἄπαρνος οὐδενὸς καθίστατο Soph. Ant. 431 ; ἔμφρων μόλις πως ξὺν χρόνῳ καθίσταται Aj. 299 ; oft wie die intr. tempp. zu fassen ; – fut. med. für pass., Xen. An. 1.3.9.
[καθ-, κατα- 1.]
Aor. imp. κατά-στησον Od. 12.185.
Infin. καταστῆσαι Od. 13.274. From καθιστάω imp. καθίστα Il. 9.202.
- 1
To set down, place: μείζονα κρητῆρα Il. 9.202.
- 2
To set on shore, land: πύλονδέ με Od. 13.274 (see under ἐφέζομαι
2.b). - 3
To bring (a ship) to land Od. 12.185.
- 1
Strong 2525
1.
(a) to set down;
(b) to bring down to a place (Hom., Xen., al.; II Ch 28:15, I Ki 5:3): Ac 17:15.
2. to set in order, appoint, make, constitute: Tit 1:5, II Pe 1:8; c. dupl. acc., κριτήν, Lk 12:14; ἡγούμενον, Ac 7:10; ἄρχοντα, Ac 7:27, 35
(LXX); ἀρχιερεῖς, He 7:28; seq. ἐπί, c. gen., Mt 24:45 25:21, 23, Lk 12:42, Ac 6:3; id. c. dat., Mt 24:47, Lk 12:44; id. c. acc., He 2:7
(LXX)(WH, R, mg. omit); pass. (v. Mayor, Ja., 115 f.), Ro 5:19, Ja 3:6 4:4; seq. εἰς c. inf., He 8:3; τὰ πρὸς τ. θεόν, He 5:1 (cf. ἀντι-, ἀπο-καθίστημι).†
- Ain Causal sense; of Act., pres., imperf., fut.; of Mid., the aor1, and sometimes pres.:— to set down, place, Il.; νῆα κατάστησον stop it, bring it to land, Od.; κ. δίφρον to station it, before starting for the race, Soph.:—Mid., λαῖφος κατεστήσαντο steadied the sails, Hhymn.
- 2to bring down to a place, Od., etc.:— to restore, ἐς φῶς σὸν κατ. βίον Eur.:—Pass., οὐκ ἂν χάρις καθίσταιτο would not be returned, Thuc.
- 3to bring before a magistrate or king, Hdt.
- IIof soldiers, to set in order, to set as guards, Xen.
- 2to ordain, appoint, Hdt., etc.:—in aor1 mid. to appoint for oneself, establish, institute, Hdt., Aesch.
- besp. of political constitutions, to settle, establish, νόμους Eur., etc.; κατ. πολιτείαν, Lat. constituere rempublicam, Plat., etc.:— so in Mid., φρούρημα γῆς καθίσταμαι Aesch.; καθίστατο τὰ περὶ τὴν Μιτυλήνην Thuc.
- 3to bring into a certain state, κατ. δῆμον ἐς μοναρχίαν Eur.; κ. τινὰ ἐς ἀπόνοιαν, ἐς φόβον, ἐς ἀπορίαν Thuc.; so, κ. τοὺς φίλους ἐν ἀκινδύνῳ Xen.:—also, κ. ἑαυτὸν ἐς κρίσιν to present himself for trial, Thuc.
- 4to make or render so and so, κ. τινα ψευδῆ Soph.; ἄπιστον Thuc.:—rarely c. inf., καθ. τινὰ φεύγειν to make him fly, Thuc.:—Mid., τὴν ναυμαχίαν πεζομαχίαν καθίστασθαι Thuc.
- 5τὴν ζόην καταστήσασθαι ἀπʼ ἔργων ἀνοσιωτάτων to get oneʼs living by most unhallowed deeds, Hdt.
- 6to make, continue, Aesch.; so in Mid., Aesch.
- Bintr. in aor2, perf., and plup. of Act. (also in fut. καθεστήξω) , and in all tenses of Mid. (except aor. 1), and all of Pass.:— to be set, set oneself down, settle, arrive, ἐς τόπον Hdt., Soph.
- bto come before another, stand in his presence, Hdt.; καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε Thuc.
- 2to be set as guard, Hdt., etc.: to be appointed, Eur., etc.
- 3to stand quiet, be calm, of water, Ar.; so, πνεῦμα καθεστηκός Ar.; ὁ θόρυβος κατέστη abated, Hdt.; so, of persons, καταστάς composedly, Aesch.; ἡ καθεστηκυῖα ἡλικία middle age, Thuc.
- 4in perf. to come into a certain state, to become, and in aor2 and plup. to be, Hdt., etc.; καταστάντων εὖ τῶν πρηγμάτων being in a good state, Hdt.; τίνι τρόπῳ καθέστατε; in what case are ye? Soph.; ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου (sc. τοῦ πολέμου) from its first commencement, Thuc.
- 5to be established or instituted, to prevail, exist, Hdt., etc.: in perf. part., existing, established, prevailing, τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Hdt.; οἱ καθεστῶτες νόμοι Soph.; τὰ καθεστῶτα the present state of life, Soph.; so, τὰ κατεστεῶτα, existing laws, customs, Hdt.
- 6Pass. to stand against, oppose, Τιτήνεσσι κατέσταθεν Hes.
-
…κατεδουλώσατο, τῶν μὲν παρόντων καταφρονῶν, τῶν δὲ ἀπόντων ἐπιθυμῶν, καὶ τῷ καλλίστῳ ὀνόματι χρώμενος δεινοτάτων ἔργων διδάσκαλος καταστάς. περὶ μὲν τοίνυν Θηραμένους ἱκανά μοί ἐστι τὰ κατηγορημένα · ἥκει δʼ ὑμῖν ἐκεῖνος ὁ καιρός, ἐν ᾧ…
Lysias, Speeches
-
…οὔτʼ ἐμαυτοῦ πώποτε οὔτε ἀλλότρια πράγματα πράξας νῦν ἠνάγκασμαι ὑπὸ τῶν γεγενημένων τούτου κατηγορεῖν, ὥστε πολλάκις εἰς πολλὴν ἀθυμίαν κατέστην, μὴ διὰ τὴν ἀπειρίαν ἀναξίως καὶ ἀδυνάτως ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐμαυτοῦ τὴν κατηγορίαν ποιήσομαι. ὅμως δὲ πειράσομαι…
Lysias, Speeches
-
…τῆς ἐλευθερίας, εἵλοντο, πρὶν τὴν ἐκκλησίαν τὴν περὶ τῆς εἰρήνης γενέσθαι, τούτους πρῶτον εἰς διαβολὰς καὶ κινδύνους καταστῆσαι, ἵνα μηδεὶς ἐκεῖ ὑπὲρ τοῦ ὑμετέρου πλήθους ἀντιλέγοι. ἐπιβουλὴν οὖν τοιαύτην ἐπιβουλεύουσι. πείθουσι γὰρ Ἀγόρατον τουτονὶ μηνυτὴν…
Lysias, Speeches
-
…πατρός · ὁ μὲν γάρ, καίπερ ὢν ἀγαθῶν πολλῶν αἴτιος ἅπασιν ἀνθρώποις, ἐπίπονον καὶ φιλόνικον καὶ φιλότιμον αὑτῷ καταστήσας τὸν βίον τοὺς μὲν ἄλλους ἀδικοῦντας ἐκόλασεν, Εὐρυσθέα δὲ καὶ ἐχθρὸν ὄντα καὶ εἰς αὐτὸν ἐξαμαρτάνοντα οὐχ οἷός τε…
Lysias, Speeches
-
…μάρτυράς μοι κάλει. καὶ ὑμεῖς ἀνάβητε. Μάρτυρες τῶν μὲν μαρτύρων ἀκηκόατε. τὸ δὲ τελευταῖον εἰς τὴν ἀρχὴν καταστὰς ἀγαθοῦ μὲν οὐδενὸς μετέσχεν, ἄλλων δὲ πολλῶν. καίτοι εἴπερ ἦν ἀνὴρ ἀγαθός, ἐχρῆν αὐτὸν πρῶτον μὲν μὴ…
Lysias, Speeches
-
…αὑτοῦ, ἐπειδὴ δὲ δίκας ἰδίας ᾔσθετο κακῶς ἀγωνισάμενον ἐξ ἀντιδόσεως, καταφρονήσας μου οὑτωσὶ τολμηρῶς εἰς τοιοῦτον ἀγῶνά με κατέστησεν. ὡς οὖν καὶ ταῦτʼ ἀληθῆ λέγω, τούτων ὑμῖν τοὺς παραγενομένους μάρτυρας παρέξομαι. Μάρτυρες τὰ μὲν οὖν γεγενημένα…
Lysias, Speeches
-
…ὧν ἐγὼ αἰσχυνόμενος, εἰ μέλλοιεν πολλοί μοι συνείσεσθαι, ἠνεσχόμην ἀδικούμενος. ἐπειδὴ δὲ Σίμων με εἰς τοιαύτην ἀνάγκην κατέστησεν, οὐδὲν ἀποκρυψάμενος ἅπαντα διηγήσομαι πρὸς ὑμᾶς τὰ πεπραγμένα. ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή, εἰ μὲν ἀδικῶ ,…
Lysias, Speeches
-
…τούτου πονηρίαν, ἵνα ἠπίστασθε ὅτι πολὺ ἂν δικαιότερον αὐτὸς περὶ θανάτου ἠγωνίζετο ἢ ἑτέρους ὑπὲρ τῆς πατρίδος εἰς κίνδυνον καθίστη. τὰ μὲν οὖν ἄλλα ἐάσω · ὃ δʼ ἡγοῦμαι ὑμῖν προσήκειν ἀκοῦσαι καὶ τεκμήριον ἔσεσθαι τῆς τούτου θρασύτητος καὶ…
Lysias, Speeches
-
…Ἐρατοσθένει · οὗτος μὲν γὰρ κατήγορος καὶ δικαστὴς αὑτὸς ἦν τῶν κρινομένων, ἡμεῖς δὲ νυνὶ εἰς κατηγορίαν καὶ ἀπολογίαν καθέσταμεν. καὶ οὗτοι μὲν τοὺς οὐδὲν ἀδικοῦντας ἀκρίτους ἀπέκτειναν, ὑμεῖς δὲ τοὺς ἀπολέσαντας τὴν πόλιν κατὰ τὸν νόμον ἀξιοῦτε…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ἔτυπτον αὐτὸν καὶ ἐδίωκον καὶ καταλαβὼν ἄγειν βίᾳ ἐζήτουν, ὅπου νῦν τούτου ταῦτα πεποιηκότος ἐγὼ εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα καθέστηκα, ἐν ᾧ καὶ περὶ τῆς πατρίδος καὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐμαυτοῦ ἁπάσης κινδυνεύω ; τὸ δὲ μέγιστον καὶ περιφανέστατον…
Lysias, Speeches