καθοδήγησις
καθοδήγησις, guidance
καθοδήγ-ησις, εως, ἡ,
- guidance, Thd. Is. 38.15.
καθοδήγησις, εως (ἡ) [ᾰ] c. le suiv. Clém. 1, 665 Migne.
Étym. καθοδηγέω.
καθοδήγησις, ἡ, = καθοδηγία, Clem.Al.
καθοδήγησις, guidance