καθιστορέω
καθιστορέω, observe
καθιστορέω,
- observe, Gp. 15.2.31.
καθ·ιστορέω-ῶ [ᾰ] raconter ou expliquer en détail, Geop. 15, 2.
καθιστορέω, verstärktes ἱστορέω, Sp., wie Eust.
καθιστορέω, observe