καθολκεύς
καθολκεύς, a kind of bandage
καθολκ-εύς, έως, ὁ, (καθέλκω)
- a kind of bandage, Gal. 18(1).785.
καθολκεύς, έως (ὁ) [ᾰ] sorte de bandage ; Gal. 11, 476.
Étym. καθέλκω.
καθολκεύς, ὁ, = καθολκός, Galen.