κορασίδιον
κορασίδιον, girl
Could not find κορασιδίου in Logeion dictionaries.
κορασιδίου Noun: neuter genitive singular of κορασίδιον
κορᾱσ-ίδιον, τό, = sq., Arr. Epict. 1.18.22, al.
κορασίδιον, ου (τὸ) [ᾱῐδ] c. le suiv. Arr. Epict. 1, 18, 22.
κορασίδιον, [ᾱ], τό, = κοράσιον, Arr. Epict. 1.18.22.