Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κορβῖνος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κόρακος
κορακόω
κορακώδης
κοράλιον
κοραλλίζω
κοραλλικός
κοράλλιον
κοραλλιοπλάστης
κόραλλος
κόραξ
Κόραξ
κόραξε
κοραξικός
Κοραξικός
Κοραξοί
κοραξός
κόραξος
κορασίδιον
κοράσιον
κορασίς
κορασιώδης
κοράσσει
Κορασσίαι
κοράττω
κόραυνα
κόραφος
κορβᾶ
κορβᾶν
κορβάν
κορβανᾶς
Κορβῖνος
κορδάκα
κορδακίζω
κορδακικός
κορδάκισμα
κορδακισμός
κορδακιστής
κόρδαξ
κορδίκιον
κορδινάω
κορδινέομαι
κορδίνημα
Κόρδυβα
κορδυβαλλῶδες
κορδυβαλλώδης
Κορδύβη
Κορδύης
κορδύλειος
κορδύλη
κορδυλίς
Κορδυλίων
κορδύλος
κόρδυς
Κορέ
Κορέαι
κορεία
κόρεια
Κόρεια
κόρειος
Κορειτήα
κορέννυμι
…
Κορβῖνος
Save
Bailly 2024
Κορβῖνος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Corvīnus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Mar.
28
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}