κορδίνημα Save LSJ Pape κορδίνημα, v.l. for σκορδίνημα (q.v.), Erot. κορδίνημα, τό, auch σκορδίνημα, nach den Alten παρὰ τὸ κάρα δινεῖσθαι, Kopfweh, Schwindel, Erotian.