κορδάκισμα
κορδάκισμα, dancing of the κόρδαξ
κορδᾱκ-ισμα, ατος, τό,
- dancing of the κόρδαξ, Hsch. s.v. κολλικόνομον.
κορδάκισμα, τό, = κορδακισμός, Hesych.
κορδάκισμα, dancing of the κόρδαξ