Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόραξος
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κορακίας
κορακίδιον
κορακικῶς
κορακινίδιον
κορακινίς
κοράκινος
κορακῖνος
κοράκιον
κορακίσκος
κορακιστί
Κορακίωνες
κορακοειδής
κόρακοι
κόρακος
Κόρακος
κορακόω
κορακώδης
κοράλιον
κοραλλίζω
κοραλλικός
κοράλλιον
κοραλλιοπλάστης
κόραλλος
κόραξ
Κόραξ
κόραξε
κοραξικός
Κοραξικός
Κοραξοί
κοραξός
κόραξος
κορασίδιον
κοράσιον
κορασίς
κορασιώδης
κοράσσει
Κορασσίαι
κοράττω
κόραυνα
κόραφος
κορβᾶ
κορβᾶν
κορβάν
κορβανᾶς
Κορβῖνος
κορδάκα
κορδακίζω
κορδακικός
κορδάκισμα
κορδακισμός
κορδακιστής
κόρδαξ
κορδίκιον
κορδινάω
κορδινέομαι
κορδίνημα
Κόρδυβα
κορδυβαλλῶδες
κορδυβαλλώδης
Κορδύβη
Κορδύης
…
κόραξος
Save
Bailly 2024
Pape
κόραξος,
v.
κόρακος
.
κόραξος
, ὁ,
v.l.
für κόρακος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}