κορακώδης Save Bailly 2024 Pape κορακώδης, ης, ες [ᾰ] c. κορακοειδής, Arstt. G.A. 3, 6, 3, etc. Étym. κόραξ, -ωδης. κορακώδης, ες, = κορακοειδής, Arist. gen.an. 3.6 u. öfter.