Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ληξιφωτέω
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λήναιον
ληναῖος
Ληναῖος
Ληναΐτης
Ληναιών
Ληνεύς
ληνεύω
ληνεών
λήνης
ληνιαῖος
ληνίδιον
ληνίον
ληνίς
ληνοβατέω
ληνοβάτης
Ληνόβιος
ληνοπατέω
ληνόπιθος
ληνοποιός
ληνός
λῆνος
ληνών
ληξιαρχία
ληξιαρχικόν
ληξιαρχικός
ληξίαρχος
ληξίπονος
ληξιπύρετος
λῆξις
ληξιφάρμακον
ληξιφωτέω
ληξίφωτος
Ληξόβιοι
ληξοπύρετος
λήξω
Ληόκριτος
ληός
ληπτέος
λήπτης
ληπτικός
ληπτός
ληπτῶς
ληραίνω
ληρεία
ληρέω
λήρημα
λήρησις
ληρίας
Ληρισ-
Λήρισαι
Ληρισαῖος
Ληρόκριτος
ληρολογέω
ληρολόγημα
ληρολογία
ληρολόγος
ληροπαραπαίω
ληροπετώδη
λῆρος
ληρός
ληροφρονέω
…
ληξιφωτέω
Save
Brill-Montanari
ληξιφωτέω
,
contr.
[
ληξίφωτος
]
astr.
to wane
Heph.
Ench.
2.5.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}