ληξοπύρετος Save Brill-Montanari Bailly 2024 Pape ληξοπύρετος -ον Gal. 13.68, 1013, see ληξιπύρετος. ληξο·πύρετος, ος, ον [ῠ] c. ληξιπύρετος, Gal. 13, 543, 851. ληξοπύρετος, = ληξιπύρετος.