ληξιφάρμακον Save LSJ Brill-Montanari ληξῐ-φάρμᾰκον, τό, = ληξιπύρετον, Asclep. ap. Gal. 14.136. ληξιφάρμακον -ου, τό [λῆξις, φάρμακον] febrifuge Asclep.3 (Gal. 14.136), see ληξιπύρετος.