μαιάς
μαι-άς, άδος, ἡ,
- fem. of μαιευτικός, τέχνη Nonn. D. 3.403.
- II cf. Μαῖα.
μαιάς, άδος (ἡ) [ᾰδ] adj. f. c. μαιευτικός, Nonn. D. 3, 403.
μαιάς, άδος, ἡ, = μαῖα, von Suid. μάμμη, τροφός erkl. Bei Nonn. D. 3.403 = μαιευτική.