Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαιμάζω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάθυιαι
μαθών
μαῖα
Μαῖα
Μαιαδεύς
Μαιάνδριος
Μαίανδρος
μαίανδρος
μαιανδρώδης
μαιάς
Μαιάς
Μαιδικός
Μαῖδοι
Μαιδοί
μαιεία
μαίευμα
μαιεύομαι
μαίευσις
μαιευτής
μαιευτικός
μαιεύτρια
μαιεύτωρ
μαιεύω
μαιήϊος
Μαιήτης
Μαιῆτις
μαιήτωρ
μαιθαῦ
Μαικήνας
Μαίκιος
μαιμάζω
μαίμακος
Μαιμακτήρ
μαιμακτήρια
Μαιμακτηριών
Μαιμάκτης
μαιμάκυλον
Μαιμαλίδης
μαῖμαξ
μαιμάσσω
μαιμάχης
μαιμάω
μαιμώσσω
μαιμώω
μαιμώων
Μαινάλιος
Μαιναλίς
Μαίναλον
Μαίναλος
Μαϊνάν
μαίνανδρος
μαινάς
μαίνη
μαινίδιον
μαινίς
μαινόλης
μαινόλιος
μαινολίς
μαινόλις
μαίνομαι
μαινομένη
…
μαιμάζω
Save
Bailly 2024
Pape
μαιμάζω,
c.
μαιμάσσω,
Phil.
1, 391
.
μαιμάζω
,
f.l.
statt μαιμάσσω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}