Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοῦ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοσχοσφραγιστής
μοσχοσφραγιστικά
μοσχόταυρος
μοσχοτομέα
μοσχοτομία
μοσχοτόμος
μοσχοτρόφια
μοσχοτρόφος
μοσχοφάγος
μοσχύνω
μότα
μοτάριον
μοτή
μότημα
Μοτίλος
μοτόν
μοτός
μοτοφυλάκιον
μοτοφύλαξ
μοτόω
μοτρογένειος
μοττίας
μόττυες
Μοτύη
Μότυον
μοτώ
μοτώδης
μότωμα
μότωσις
μου
μοῦ
μουγκρίζω
Μούζιρις
Μούθ
μουία
μουΐα
μουκηροβάκτας
μουκηρόβας
μουκηρόβατος
μούκηρος
Μουκία
Μουκιανός
μουκίζω
Μούκιος
μουκτηριᾷ
μουκτηριάω
μουλάριον
μούλη
Μούλιος
μουλίων
Μούμμιος
μουν
μουναδόν
μουνάξ
μούναξ
μουναρχέω
μουναρχία
μουναρχίη
μούναρχος
μουνάς
Μουνάτιος
…
μοῦ
Save
Bailly 2024
μοῦ,
gén. de
ἐγώ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}