Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιναρόομαι
πιναρόομαι, to be dirty
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιμπράω
πίμπρημι
πίν
πῖν
πῖνα
πίνα
πινακηδόν
πινακιαῖος
πινακιδᾶς
πινακίδιον
πινακικός
πινακικῶς
πινάκιον
πινακίς
πινακίσκιον
πινακίσκος
πινακογραφέω
πινακογραφία
πινακογραφικός
πινακογράφος
πινακοειδής
πινακοθήκη
πινακοποιός
πινακοπώλης
Πινακόσπογγος
πινάκωσις
πίναξ
Πίναρα
πινάριον
Πινάριος
πιναρόομαι
πιναρός
Πίναρος
πιναρότης
πιναροχαίτης
πιναρόω
πινάτρα
πινάω
πίνδαλος
Πινδάρειος
Πινδαρέος
Πινδαρικός
Πίνδαρος
Πινδόθεν
Πίνδος
πίνη
πινηρός
πινίκιος
πινικόν
πίνινος
πίννα
πίννη
πιννικόν
πιννικός
πίννινον
πίννινος
πιννόθριξ
πιννοτήρης
πιννοτρόφος
πιννοφύλαξ
πιννώδης
…
πιναρόομαι
Save
πιναρόομαι, to be dirty
LSJ
πῐνᾰρ-όομαι, Pass.,
to be dirty,
Suid.
s.v. πεπελτωμένα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}