Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πινδαρικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πινακικῶς
πινάκιον
πινακίς
πινακίσκιον
πινακίσκος
πινακογραφέω
πινακογραφία
πινακογραφικός
πινακογράφος
πινακοειδής
πινακοθήκη
πινακοποιός
πινακοπώλης
Πινακόσπογγος
πινάκωσις
πίναξ
Πίναρα
πινάριον
Πινάριος
πιναρόομαι
πιναρός
Πίναρος
πιναρότης
πιναροχαίτης
πιναρόω
πινάτρα
πινάω
πίνδαλος
Πινδάρειος
Πινδαρέος
Πινδαρικός
Πίνδαρος
Πινδόθεν
Πίνδος
πίνη
πινηρός
πινίκιος
πινικόν
πίνινος
πίννα
πίννη
πιννικόν
πιννικός
πίννινον
πίννινος
πιννόθριξ
πιννοτήρης
πιννοτρόφος
πιννοφύλαξ
πιννώδης
πινόεις
πῖνον
πινόομαι
πίνος
πινοτήρης
πινοτρόφος
πινοφύλαξ
πινόω
πινσός
πίνυμι
πίνϋμι
…
Πινδαρικός
Save
Bailly 2024
Πινδαρικός,
ή, όν
[
ᾰ
]
c. le préc.
Plut.
M.
602
e
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}