πιννοφύλαξ Save Bailly 2024 Pape πιννο·φύλαξ, ακος (ὁ) [ῠᾰκ] c. le préc. Arstt. H.A. 5, 16, 2 ; Ath. 93e. πιννοφύλαξ, ὁ, = πιννοτήρης, Arist. H.A. 5.16.