πορφυρώδης
πορφῠρ-ώδης, ες,
- = πορφυροειδής, EM 486.46, v.l. in Artem. 2.36.
πορφυρώδης, ης, ες [ῠ] c. πορφυροειδής, Artém. 206 Reiff.
Étym. πορφύρα, -ωδης.
πορφυρώδης, ες, = πορφυροειδής, sp.D.