πορφυροβαφής Save LSJ Pape πορφῠρο-βᾰφής, ές, = πορφυρόβαπτος, AB 379, Poll. 7.63, v.l. in Artem. 2.3. πορφυροβαφής, ές, = πορφυρόβαπτος, Pherecrat. in B.A. 379.